Μια μοιραία συνάντηση με τον Μεγάλο Ποιητή, μια επανάληψη που επιβλήθηκε από το κοινό, ένας άλλος Σωκράτης με μια αληθινή απολογία σε καιρούς κατ’ επίφασης δημοκρατίας, ένας άλλος Σταμάτης Κραουνάκης επανέρχεται στη σκηνή στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης.

Ο πληθωρικός καλλιτέχνης μια ανάσα πριν ενσαρκώσει τον βαρναλικό ήρωα ανοίγει τα χαρτιά του στο culturenow.gr  για το κείμενο που έχει γίνει ψυχή του αλλά και την σκέψη παράδοσης σκυτάλης στους νέους καλλιτέχνες.

Συνέντευξη: Μαρία Κωφίδου
    

Culturenow.gr: Η επιστροφή του έργου επί σκηνής είναι μια επιβεβαίωση της επιτυχίας. Δεχτήκατε παρόλα ταύτα κριτική από ανθρώπους του χώρου, «γιατί δεν κάνει ακόμη μια παράσταση με τα τραγούδια του», «τι την θέλει τέτοια παράσταση μέσα στο καλοκαίρι» και άλλα, όταν ανακοινώσατε την απόφασή σας να δώσετε πνοή και ζωή στον Σωκράτη του Βάρναλη. Ποια είναι η απάντησή σας, πέραν της ηχηρής επιτυχίας.
 
Σταμάτης Κραουνάκης: Ο καθένας στον καιρό της μάχης κάνει αυτό που πιστεύει. Δεν με αφορά η λέξη «επιτυχία», με ενδιαφέρει ότι ο κόσμος ανταποκρίθηκε σαν κάτι που τον αφορά. Η προσέλευση μας έδωσε παράταση και μας έσπρωξε και σ αυτή την επανάληψη.

Cul. N.:Ο Κώστας Βάρναλης αναφερόμενος στην διαδρομή από τη γένεση της ιδέας έως τη συγγραφή του δικού του του Σωκράτη σημειώνει  «(…) σε μια βραδιά το χαρήκαμε όλο . Κι ύστερα; Ύστερα μου έγινε τρυπάνι στο κεφάλι. Έβαλα σε κίνηση όλον τον εσωτερικό μου κόσμο.” Ποια είναι η δική σας ιστορία;

Σ.Κ : Το καλοκαίρι του 2011 μετά από μια συναυλία στο Ηράκλειο, είδα στον ύπνο μου ότι παίζω τον Σωκράτη. Το πρωί κατέβασα από το διαδίκτυο το κείμενο, βρήκα το πρώτο κεφάλαιο, διάβασα και είπα θα το κάνω. Πέρναγε ο καιρός, φοβόμουνα τον όγκο του κειμένου, την εκμάθηση ώσπου τον περασμένο Φλεβάρη η πολιτική συγκυρία μ’ έσπρωξε να το αποφασίσω. Μίλησα με τον σκηνοθέτη Ένκε Φεζολλάρι, και τη θεατρολόγο Ναταλί Μινιώτη και αρχίσαμε το διάβασμα, μελέτη . Κλείστηκα απ’ όλα, έμεινα μόνος μου με τον ποιητή ώρες πολλές πολλές. Αποστήθιζα ,φόραγα, άρχισα μέηλ με τον Νίκο Σαραντάκο για τη γλώσσα, με τον Κιμούλη ίνμποξ για την τακτική αποστήθισης. Τώρα που το ξαναπερνάω το κείμενο έχει γίνει ένα με την ψυχή μου. Πλούτισα, άνοιξα, τον έχω αγαπήσει τον ήρωα μου και τον Μεγάλο ποιητή.
 

Cul. N.: Ποια ήταν η φράση που σας επέβαλλε να το επιλέξετε;

Σ.Κ : «Η δημοκρατία σας είναι μασκαρεμένη τυραννία». Με γείωσε μ’ αυτό που ζούμε.

Cul. N.: Η δική σας άμυνα και αντίσταση, στους καιρούς της “μασκαρεμένης τυραννίας”;
 
Σ.Κ : Η επόμενη μέρα. Τίποτα δε μένει πάντα ίδιο.



Cul. N.: Η διαφορετικότητα του έργου εν σχέση με προηγούμενες δουλειές σας είναι ότι η έντονη διάδραση που σας χαρακτηρίζει εκλείπει σε μεγάλο βαθμό, μιας και είναι μια παράσταση αριστοφανικά στημένη. Ήταν μια επιπλέον πρόκληση και πως την αντιμετωπίσατε; Τι νέο συναντήσατε;

Σ.Κ : Έχω εμπειρία στον Αριστοφάνη, δεν ήταν εκεί η δυσκολία. Η δυσκολία ήταν να κάνω αυτή την υπερβολική δημοτική ν’ ακουστεί σατιρική, κανονική και αιχμηρή και ο όγκος του κειμένου. Δυο στοιχεία που με στήριξαν ήταν η διδασκαλία του Ένκε και η εξαιρετική μουσική του συναδέλφου μου Άρη Βλάχου.

Παρόλα αυτά υπάρχουν σημεία κι εδώ που άνοιξα τη διάδραση ,ιδιαίτερα τα αστεία σημεία.

 
Cul. N.: Ο ήρωας αναφερόμενος στους καταπιεστές της ανθρώπινης ύπαρξης λέει : «Γλεντάω και φραίνομαι να σας δαγκώνω». Ο Σταμάτης Κραουνάκης πέρα από τον βαρναλικό Σωκράτη εντοπίζει και φανερώνει  καταπιεστές στην ελληνική πραγματικότητα, γλεντάει και φραίνεται να δαγκώνει;

Σ.Κ : Έχω ένα βήμα στον σταθμό του Κόκκινου που μου δίνει το δικαίωμα να το κάνω αυτό καθημερινά. Μ’ αρέσει. Ελευθερώνει αυτή η δυνατότητα.


Cul. N.: Γνωρίζοντας την ιστορία και τη διαδρομή του δημιουργού, εύκολα κάποιος μπορεί να εντοπίσει σημεία συνάντησης με τη δική σας. Έστω και αν είστε τοποθετημένοι σε διαφορετικούς χωροχρόνους και οι δυο σας μιλάτε μέσα από το έργο σας, ο καθένας από το δικό του βήμα, για μια Ελλάδα που βυθίζεται στην παθογένεια μιας κατ’ επίφασης δημοκρατίας. Νιώθω, ότι η συνάντησή σας ήταν μοιραία.

Σ.Κ : Ναι, μπορώ να το πω τώρα πια, ήταν μοιραία. Πολλοί μου είπαν ότι μετά το Σωκράτη ο Σταμάτης είναι άλλος. Χαίρομαι κι εγώ που όρισα την ψυχή μου σ’ αυτή την εκπαίδευση και κυρίως γιατί τώρα στην επανάληψη απαλλαγμένος από την αγωνία του να θυμάμαι μπορώ να το απολαύσω κι εγώ αλλιώς.

Μιλάμε για ένα μνημείο της δημοτικής γλώσσας. Νιώθω να καταγράφεται μέσα στην εποχή που το ξαναγεννάμε η δύναμη του λόγου του ποιητή, μέγα καταφύγιο για όλους μας.

Cul. N.: Ας μιλήσουμε για την  οικογένεια που δημιουργήσατε, την ομάδα σας, τα παιδιά σας, την “Σπείρα- Σπείρα” . Αναφερόμενος σε αυτή μιλάτε πάντα για προσωπική πλήρη παράδοση σε αυτούς τους νέους καλλιτέχνες. Πόσο εύκολο είναι να δώσει το χέρι του ένας καλλιτέχνης με τη δική σας πορεία σε νέους ανθρώπους; Ποιο είναι το προσωπικό κέρδος και ο σκοπός και η ελπίδα σας για την “Σπείρα – Σπείρα”;
 
Σ.Κ.: Έγινε κι αυτό στην ώρα του. Επεξεργάζομαι την ιδέα της απόσυρσης μου και της παράδοσης της σκυτάλης. Δεν θα φύγω από τη δουλειά, θα φύγω από τη σκηνή. Ήδη παράσταση την παράσταση τους δίνω όλο και περισσότερο χώρο. Ελπίζω ν’ αφήσουμε ίχνος.


Cul. N.: Πέραν της καλλιτεχνικής σας ασίγαστης δραστηριότητας, υπάρχουν και τα σημειώματά σας στον Ημεροδρόμο. Μια κατάθεση σκέψης και γνώμης, ψυχής, τοποθέτηση στις εξελίξεις, στα πεπραγμένα, χωρίς μασημένα λόγια για όσα γίνονται στην Τέχνη, μα πιότερο στην κοινωνία.

Σ.Κ.: Ο Μπογιόπουλος είναι φίλος μου. Με τιμά με τη φιλία του, με κοινωνεί στις ιδέες του.  Έτσι όταν μου ζήτησε να παίξω εκεί το ‘κανα χωρίς δεύτερη κουβέντα.


Cul. N.: Ποια τα επόμενα σχέδια σας μετά το τέλος των παραστάσεων; Σκέφτεστε να συνεχίσετε σε αυτό το ύφος καλλιτεχνικής έκφρασης;
 
Σ.Κ : Δεν μ’ αρέσουν ποτέ τα ίδια. Καινούργια μουσική παράσταση στο Κακογιάννη μετά τον Σωκράτη και μια μεγάλη παράσταση για το καλοκαίρι με πολλούς συνεργάτες και την Σπείρα. Ακόμα μυστικό.