Τρίτη, 6 Δεκεμβρίου 2016

The Grand Budapest Hotel, του Γουές Άντερσον

The Grand Budapest Hotel, του Γουές Άντερσον

Η νέα ταινία του Γουές 'Αντερσον, με τίτλο, «The Grand Budapest Hotel», με την οποία έκανε έναρξη το 64ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου, έρχεται στις ελληνικές κινηματογραφικές αίθουσες στις 6 Μαρτίου 2014 από την Odeon! Πρόκειται για το μοναδικό ξενοδοχείο που έχει βραβευθεί με το Μεγάλο Βραβείο της Επιτροπής του Κινηματογραφικού Φεστιβάλ του Βερολίνου (Αργυρή Άρκτος)!

 

Ανάμεσα στο εξαιρετικό κάστ οι: Ρέιφ Φάινς, Τίλντα Σουίντον, Χάρβεϊ Καϊτέλ, Τζουντ Λο, Έντουαρτ Νόρτον, Μπιλ Μάρεϊ, Όουεν Ουίλσον, Έιντριεν Μπρόντι, Ουίλεμ Νταφό.



Υπόθεση

Κατά τα τέλη της περιόδου του Μεσοπολέμου, σε κάποια γωνιά της Γηραιάς Ηπείρου και μέσα από τις ανοιχτές πόρτες του Ξενοδοχείου «Grand Budapest», συναντάμε τον Γκουστάβ Χ. (Ρέιφ Φάινς). Ο Γκουστάβ είναι η ψυχή του ξενοδοχείου. Κάτι σαν άτυπος αρχηγός, μιας αυτοκρατορίας η οποία περιορίζεται εντός των τοίχων ενός πολυτελούς κτιρίου. Το ξεχωριστό, αυτό οίκημα φιλοξενεί, διακριτικά, τα καπρίτσια και τις ιδιαιτερότητες της Ευρωπαϊκής αφρόκρεμας. Concierge από τους πιο ξακουστούς και αρμόδιος για την εύρυθμη λειτουργία του ξενοδοχείου, ο Γκουστάβ απολαμβάνει της βοήθειας του πιο αφοσιωμένου θυρωρού, του Ζίρο Μουσταφά (Τόνι Ρεβολόρι), ενός μετανάστη που προσπαθεί να επιβιώσει ξεπερνώντας στις αντιξοότητες της εποχής και που σταδιακά κερδίζει τη θέση του καλύτερου φίλου του Γκουστάβ.

 

Το ιδιαίτερο αυτό ξενοδοχείο φιλοξενεί την κλοπή και την ανάκτηση ενός ανεκτίμητου αναγεννησιακού έργου τέχνης. Παράλληλα ένα σουρεαλιστικό παρατράγουδο που προκλήθηκε με αφορμή μια αμύθητη οικογενειακή περιουσία, αλλά και η γέννηση ενός έρωτα συμπληρώνουν την ιστορία μας, ενώ στο υπόβαθρο έχουμε μια ήπειρο, στην οποία όλα αλλάζουν ξαφνικά και δραματικά. Ο Αμερικανός σκηνοθέτης, παραδίδει ένα διαχρονικό, παιχνιδιάρικο, κωμικό και περιπετειώδες παραμύθι για τη φιλία, την ανθρώπινη τιμή και τις εκπληρωμένες υποσχέσεις, το οποίο περιλαμβάνει «μια μείξη έμπνευσης και αναφορών των κωμικών ταινιών της δεκαετίας του 1930 και των απομνημονευμάτων του Βιεννέζου συγγραφέα Στίβεν Τσβάιχ», όπως δήλωσε άλλωστε και ο ίδιος ο Άντερσον.

 

Λίγα λόγια για την ιδέα

«Είχα με τον φίλο μου τον Χιούγκο, μια ιδέα», θυμάται ο Ουές Άντερσον σχετικά με την αρχή του σεναρίου, και συνεχίζει: «Συζητάγαμε για αρκετά χρόνια τη δημιουργία ενός χαρακτήρα, εμπνευσμένου από έναν κοινό μας γνωστό. Μιλάμε για έναν εξαιρετικά γοητευτικό τύπο, με ιδιαίτερη άποψη για τη ζωή και την ικανότητα να χειρίζεται, καλύτερα απ’ οποιονδήποτε άλλο, τον ανθρώπινο λόγο. Έναν άνθρωπο εντελώς διαφορετικό από αυτούς που έχουμε συνηθίσει να συναντάμε στην καθημερινότητά μας.».

«Και μετά είχα και μια άλλη ιδέα, να κάνω μια Ευρωπαϊκή ταινία η οποία θα αντλεί την έμπνευσή της από τον Στίβεν Τσβάιχ, έναν συγγραφέα το έργο του οποίου έχω αγαπήσει και εκτιμήσει απεριόριστα τα τελευταία χρόνια. Βέβαια υπήρχαν και πολλά ακόμη πράγματα που διάβαζα και με επηρέασαν παράλληλα – και ας μη φαίνεται, σε πολλές περιπτώσεις. Μια τέτοια αναφορά αποτελεί, ας πούμε, το “Suite Francaise” της Ιρένε Νεμιρόβσκι, αλλά και το “Ο Αιχμάν στην Ιερουσαλήμ” της Χάνα Άρεντ, που παρότι φαινομενικά άσχετο περιέχει μια συναρπαστική ανάλυση σχετικά με το πώς η κάθε χώρα ανταποκρίθηκε στους Ναζί. Αυτά είναι λίγο πολύ τα βασικά δομικά συστατικά της έμπνευσής μου για το “Ξενοδοχείο Grand Budapest”».


Ο Ουές Άντερσον τοποθετεί την ιστορία του σε μια φανταστική λουτρόπολη, τμήμα μιας εξίσου πλασματικής χώρας στις Άλπεις, τη Ζουμπρόφκα, για την οποία όχι μόνο δημιούργησε μια πλήρη αισθητική αποτύπωση, αλλά και μια συνεκτική ιστορία, η οποία τοποθετείται στον 20ό αιώνα. Πρόκειται για μια αποτύπωση που αντανακλά αφενός την Ιστορία της Ανατολικής Ευρώπης, κατά την περίοδο που επλήγη από ένα φασιστικό πραξικόπημα (τη δεκαετία του 30’) αλλά και την περίοδο του Κομμουνισμού που την διαδέχτηκε – εμπλουτισμένη και με προγενέστερα αυτής περιστατικά, από την περίοδο που η Ευρώπη ήταν βυθισμένη στη μπελ επόκ.

 

Ο παραγωγός της ταινίας Τζέρεμι Ντόσον, ο οποίος έχει ξανασυνεργαστεί με τον Ουές Άντερσον στα «Ο Έρωτας του Φεγγαριού», «Ταξίδι στο Darjeeling» και «Ο Απίθανος κος Φοξ» ξέρει ότι «Κάθε φορά που ο Ουές κάνει μια ταινία, δημιουργεί μαζί με αυτή ένα νέο, ολάκερο σύμπαν. Σήμερα ευθύνεται για το μοναδικό σύμπαν της “Δημοκρατίας της Ζουμπρόφκα”! Η ιδέα του για τον βασικό ήρωα, οι υπόλοιποι χαρακτήρες και η ιστορία της Ζουμπρόφκα έδεσαν αρμονικά και απέδωσαν ένα εξαιρετικό σενάριο . Στην πορεία, αυτό το σενάριο σε συνδυασμό με τη σκηνοθετική του ικανότητα και την μοναδική προσέγγισή του ως προς την απόδοση των χαρακτήρων, απέδωσε κάτι εντελώς διαφορετικό, ακόμη κι από αυτό που είχαμε δει γραμμένο στο χαρτί!».


 

Οι πολίτες της Ζουμπρόφκα

Ο κος Γκουστάβ Χ.

Ο Άντερσον έγραφε τον κεντρικό χαρακτήρα της ιστορίας του, έχοντας αποκλειστικά κατά νου έναν και μόνο ηθοποιό, τον δυο φορές υποψήφιο για Όσκαρ («Ο Άγγλος Ασθενής», «Η Λίστα του Σίντλερ») Ρέιφ Φάινς. «Η ιδέα του Ρέιφ Φάινς στο ρόλο του Γκουστάβ απογείωσε το πρότζεκτ ολοκληρωτικά. Ο Φάινς απλά εξαφανίζεται στο εσωτερικό του χαρακτήρα του και σε κάνει να πιστεύεις ότι είναι πραγματικά αυτός. Είναι ο κος Γκουστάβ!» δηλώνει με ενθουσιασμό ο παραγωγός, Τζέρεμι Ντόσον.

 

Ο ηθοποιός έχει τη δική του άποψη, για τον χαρακτήρα τον οποίον υποδύεται: «Ο Γκουστάβ είναι ανασφαλής, αλαζόνας, απαιτητικός και ματαιόδοξος, ακριβώς όπως αναφέρεται στο σενάριο. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Είναι επίσης και ένας φοβερά σχολαστικός άνθρωπος, σχεδόν εμμονικός με τις αρχές που υπαγορεύουν την προστασία και τη βοήθεια των συνανθρώπων του».


Ο Ζίρο Μουσταφά

Στο ξεκίνημα της ταινίας, ένας νεαρός συγγραφέας μιλά με τον αινιγματικό κο Μουσταφά, τον σημερινό ιδιοκτήτη του ξενοδοχείου, ο οποίος κάποτε ξεκίνησε να δουλεύει εκεί μέσα ως θυρωρός και μέσα στα χρόνια κατάφερε να ανέβει στην κορυφή της κλίμακας. Τον νεαρό θυρωρό Ζίρο Μουσταφά ερμηνεύει – κατά την περίοδο που φτάνει στο ξενοδοχείο ως πιτσιρικάς - ο Τόνι Ρεβολόρι.


Ο χαρακτήρας του Ζίρο έπρεπε να προέρχεται από κάποια φανταστική χώρα της Μέσης Ανατολής, οπότε ο Ουές Άντερσον άρχισε να αναζητά πιθανούς ηθοποιούς στο Λίβανο, το Ισραήλ αλλά και σε κοινότητες μεταναστών από τη Βόρεια Αφρική και την Ευρώπη. Κατά τη διαδικασία της αναζήτησης, στο Λος Άντζελες, έπεσε πάνω στον Ρεβολόρι, ο οποίος έχει καταγωγή από τη Γουατεμάλα. Από την πρώτη στιγμή που τον συνάντησε, διέκρινε σ΄ αυτόν την ίδια ανεπιτήδευτη σοβαρότητα και ζήλο που είχε ο χαρακτήρας του σεναρίου του.

 

Όταν, λίγο αργότερα, ο ίδιος ο σκηνοθέτης τον σύστησε και στον Ρέιφ Φάινς, ήταν ξεκάθαρο ότι η κωμική χημεία ανάμεσα στους δυο ήταν ιδανική. Ο Φάινς δήλωσε ενθουσιασμένος από την προετοιμασία του Ρεβολόρι αλλά και από το ισχυρό φυσικό του ένστικτο: «Ο Τόνι, υποδυόμενος τον Ζίρο τροφοδοτεί στο πρότζεκτ αυτή την υπέροχη αίσθηση της ευφυούς αθωότητας. Είναι αθώος, αλλά παράλληλα τόσο ευφυής…»


Η οικογένεια των «Desgoffe»

Η βασική ιστορία της ταινίας ξεκινά όταν η χήρα κόμισσα Μαντάμ Ν. μας “αφήνει χρόνους”. Την κόμισσα υποδύεται η βραβευμένη με Όσκαρ, Τίλντα Σουίντον και ο κακός σπόρος της, ο πανίσχυρος και άπληστος κανακάρης της που περιμένει να την κληρονομήσει είναι ο Ντμίτρι, τον ρόλο του οποίου ερμηνεύει ο υπέροχος Έιντριεν Μπρόντι. Ο Ντμίτρι πηγαίνει πάντα πακέτο με το αγαπημένο του “αξεσουάρ”: το πρωτοπαλίκαρό του, τον υπέρτατο κακοποιό με τη γούνα και τις ψηλοτάκουνες μπότες, τον έναν και μοναδικό Τζόπλινγκ, τον οποίον υποδύεται ο Ουίλεμ Νταφό.

 

Περιφερειακά της «οικογένειας», ως επίσημοι δορυφόροι, κινούνται οι υπέροχοι Τζεφ Γκόλνμπλαμ και Ματιέ Αμαλρίκ, συνήγορος και μπάτλερ αντίστοιχα, έμπιστοι, της εκλιπούσας Μαντάμ Ν.\

 

Η Άγκαθα

Ποιος άλλος θα μπορούσε να κλέψει την καρδιά του Ζίρο, αν όχι η κόρη του καλύτερου ζαχαροπλάστη. Η πιο επιδέξια ζαχαροπλάστισσα της Ζουμπρόφκα είναι η Άγκαθα την οποία φυσικά υποδύεται η υποψήφια για Όσκαρ από τα 13 της κιόλας έτη, Σίρσα Ρόναν.

 

Κλέφτες κι αστυνόμοι

Όταν τα πράγματα αρχίζουν να δείχνουν σκούρα για τους δυο οικοδεσπότες μας, συνειδητοποιούν ότι δέχονται στενή παρακολούθηση από τον δαιμόνιο αστυνομικό Άλμπερτ Χένκελς, τον οποίο, φυσικά, υποδύεται ο Έντουαρτ Νόρτον. Ο Νόρτον ήξερε από την πρώτη στιγμή, ότι ο ρόλος του αστυνομικού σε μια ταινία του Ουές Άντερσον θα ήταν γεμάτος εκπλήξεις. «Ο Χένκελς καταδιώκει τον φυγά Γκουστάβ, ωστόσο ξέρει βαθιά μέσα του – το διαισθάνεται – ότι κάτι δεν πάει καλά με τη συγκεκριμένη υπόθεση και τον συμπαθεί πραγματικά αυτόν τον τύπο. Θα τον χαρακτήριζα ως “απρόθυμο διώκτη”! Αντιπροσωπεύει το νόμο, σίγουρα, ωστόσο διαισθάνεται ή αναγνωρίζει αν θέλεις ότι κάτι άλλο πρόκειται να συμβεί και πολύ σύντομα μάλιστα».


Στο δρόμο προς την ελευθερία και έχοντας στο μεγαλύτερο κομμάτι του την ανάσα του Χένκελς στο λαιμό του, ο Γκουστάβ, θα πέσει πάνω στην υπέρτατη περσόνα του Λούντβιγκ: έναν καραφλό, γεμάτο τατουάζ κατάδικο τον οποίο υποδύεται με τρομακτική συνέπεια ο Χάρβεϊ Καϊτέλ.

 

Η Εταιρία Σταυρωτών Κλειδιών

Η μυστηριώδης παράνομη αδελφότητα των «Σταυρωτών Κλειδιών» είναι μια κλειστή ομάδα αποτελούμενη από τους καλύτερους Concierges και λειτουργεί ως το τελευταίο καταφύγιο του Γκουστάβ, όταν όλα θα έχουν έρθει άνω κάτω. Ανάμεσα στα μέλη της συναντάμε μοναδικές φυσιογνωμίες τις οποίες υποδύονται θρυλικοί ηθοποιοί όπως οι Μπίλ Μάρει, Μπόμπ Μπάλαμπαν και Φίσερ Στίβενς.  

 

 

 

Στοιχεία ταινίας


«The Grand Budapest Hotel» Έγχρωμη (100')

Σκηνοθεσία: Γουές Άντερσον

Σενάριο: Γουές Άντερσον, Χιούγκο Γκίνες

Φωτογραφία: Ρόμπερτ Ντ. Γιόμαν

Μοντάζ: Μπάρνεϊ Πίλινγκ

Μουσική: Αλεξάντρ Ντεσπλά

Παραγωγή: Γουές Άντερσον, Τζέρεμι Ντόσον, Στίβεν Μ. Ρέιλς, Σκοτ Ρούντιν

 


Πρωταγωνιστούν: Ρέιφ Φάινς, Τόνι Ρεβολόρι, Φ. Μάρεϊ Εϊμπραμ, Εντουαρντ Νόρτον, Ματιέ Αμαλρίκ, Σίρσα Ρόναν, Εϊντριεν Μπρόντι, Γουίλεμ Νταφό, Λεά Σεϊντού, Τζεφ Γκόλντμπλαμ, Τζέισον Σουόρτσμαν, Τζουντ Λο, Τίλντα Σουίντον, Χάρβεϊ Καϊτέλ, Τομ Γουίλκινσον, Μπιλ Μάρεϊ, Οουεν Γο