Την «Ελένη» του Ευριπίδη επέλεξαν να ανεβάσουν σε συμπαραγωγή αυτό το καλοκαίρι τα ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καλαμάτας και Αγρινίου με την Πέμη Ζούνη και τον Αντώνη Καφετζόπουλο στους πρωταγωνιστικούς ρόλους (της Ελένης και του Μενέλαου). Με αφορμή τη συγκεκριμένη δουλειά ο καλλιτεχνικός διευθυντής του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καλαμάτας κ. Νίκος Ξανθούλης, ο οποίος υπογράφει και τη μουσική της παράστασης, απάντησε στις ερωτήσεις του Γρηγόρη Χαλιακόπουλου για την ιδιαιτερότητα της ιλαροτραγωδίας του Ευριπίδη, τα ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. και την ενασχόλησή του με την αρχαία ελληνική μουσική.

Συνέντευξη: Γρηγόρης Χαλιακόπουλος

 

Culturenow.gr:  Καλοκαίρι εν μέσω κρίσης και τα ΔΗ.Π.ΕΘΕ. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ – ΑΓΡΙΝΙΟΥ εμφανίζονται στα θεατρικά δρώμενα με την Ελένη του Ευριπίδη. Ρίσκο η επιλογή σας;
Νίκος Ξανθούλης: Ολόκληρο το θέατρο είναι ένα ρίσκο. Πολύ περισσότερο στην εποχή που ζούμε. Πηγαίνοντας κόντρα στη μιζέρια, πιστέψαμε ότι η επίθεση ποιότητας είναι επιβεβλημένη. Σκοπεύουμε να αγωνιστούμε μια και τα ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. είναι ιδεολογία. Και οι ιδεολογίες δεν μπορούν να κρίνονται μόνον από την πρακτική τους εφαρμογή.

Cul.N.: Είστε ο καλλιτεχνικός διευθυντής του ΔΗΠΕΘΕ ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ. Ποια κατάσταση επικρατεί στα ΔΗΠΕΘΕ σήμερα και ειδικά στην πόλη σας;
Ν.Ξ.: Το βασικό πρόβλημα των ΔΗΠΕΘΕ πέραν της χρηματοδότησης η οποία είναι ανεπαρκής (και ποιά χρηματοδότηση σήμερα είναι επαρκής;), είναι ο εξανδραποδισμός του  προσωπικού τους. Κάθε θέατρο πρέπει να έχει τα φαντάσματά του-τους τεχνικούς, τους φροντιστές, τους ηλεκτρολόγους, τους ταμίες, το λογιστήριο κ.α. Όταν σήμερα το ΔΗΠΕΘΕ Καλαμάτας έχει μόνον έναν ουσιαστικά υπάλληλο και λειτουργεί με ενέσεις προσωπικού από τον Δήμο και κάποιες συμβάσεις ορισμένου χρόνου, δεν μπορείς να στηριχθείς σε έναν βασικό μηχανισμό. Από την άλλη για να προσλάβεις ηθοποιούς πρέπει να πάρεις από τον ΑΣΕΠ πράξη υπουργικού συμβουλίου (ΠΥΣ) πράγμα το οποίο σημαίνει καθυστερήσεις που δεν σέβονται τα θεατρικά χρονοδιαγράμματα που έχουν να κάνουν με την θεατρική περίοδο. Σε μια συνάντηση των δημάρχων, που έχουν ΔΗΠΕΘΕ, στη Βέροια πριν από λίγους μήνες θέσαμε τα προβλήματα και ελπίζουμε να αντιμετωπισθούν αρμοδίως.

Cul.N.: Η μουσική του έργου είναι δική σας. Τι προσπαθήσατε, κυρίως, να περάσετε στο μουσικό αυτί του κοινού που δεν είναι στο σύνολό του εξοικειωμένο με τον αρχαίο μύθο;
Ν.Ξ.:
Πάνω από τρεις δεκαετίες μετρά η ενασχόλησή μου με την αρχαία ελληνική μουσική. Όλα αυτά τα χρόνια μελέτησα τα σπαράγματα πρωτότυπης μουσικής που έχουν διασωθεί μέχρι σήμερα, έσκυψα με σεβασμό και έγνοια πάνω από τα αρχαία μουσικοθεωρητικά κείμενα, μετέφρασα και εξέδωσα πολλά από αυτά, παρουσίασα επιστημονικές ανακοινώσεις σε πολλά διεθνή συνέδρια. Μέσα στο πλαίσιο αυτού του ερευνητικού πάθους, συχνά βρέθηκα σε πανεπιστήμια της Ευρώπης, της Αυστραλίας και της Αμερικής παρουσιάζοντας την αρχαία ελληνική μουσική μέσα από τον λόγο αλλά και το παίξιμο ανακατασκευασμένων αρχαίων οργάνων (αρχαία λύρα και σάλπιγγα) τα οποία μελέτησα με επιμονή και επιμέλεια τα τελευταία πέντε χρόνια.

Το ανέβασμα ενός αρχαίου δράματος σήμερα δεν μπορεί να έχει καμία σχέση με αρχαιολογία. Φυσικά, θα μπορούσε να συμβεί και αυτό αλλά δεν θα έπρεπε να είναι ο κανόνας. Οι κλασικοί συγγραφείς συνεχίζουν να επηρεάζουν τον σύγχρονο ακροατή γιατί ο λόγος που χρησιμοποιούν για να εκφράζουν τις ιδέες τους είναι σύγχρονος ακόμη και σήμερα. Ο ρόλος της μουσικής στο θέατρο εστιάζεται στην υπογράμμιση των συναισθημάτων που προκαλεί αυτός ο λόγος. Ο σύγχρονος θεατής, όπως έχει την ανάγκη μιας καλής  μετάφρασης για να απολαύσει τον λόγο αυτόν, έτσι ακριβώς έχει και την ανάγκη μιας μουσικής που να είναι κατανοητή και αναγνωρίσιμη. Το συγκεκριμένο έργο αντιμετωπίστηκε από τον σκηνοθέτη με μια κλασική αντίληψη αλλά και πολλά κλεισίματα ματιού στην σύγχρονη εποχή. Γι αυτό και εγώ χρησιμοποίησα αφενός μια αρχαία λύρα ανακατασκευασμένη από τον Νικόλα Μπρα αλλά αντί για αυλό, ένα σαξόφωνο σοπράνο καθώς και κρουστά.

Cul.N.: Αντώνης Καφετζόπουλος και Πέμη Ζούνη μαζί με εξαίρετους άλλους καλλιτέχνες συμμετέχουν στην ΕΛΕΝΗ. Πιστεύετε ότι διαθέτουν τα απαραίτητα στοιχεία για να ερμηνεύσουν το δύσκολο αρχαιοελληνικό θέατρο; 
Ν.Ξ.:
Δύσκολο είναι κάθε είδος τέχνης. Δεν θεωρώ πως το αρχαιοελληνικό θέατρο είναι πιο δύσκολο από άλλα. Προσωπικά πιστεύω ότι ο συγκεκριμένος θίασος είναι dream team.

Cul.N.: Ποιο από τα δύο σας ικανοποιεί περισσότερο, η θέση του καλλιτεχνικού διευθυντή ή η συμμετοχή στην μουσική επένδυση του έργου;
Ν.Ξ.: Είναι φυσικό ένας καλλιτέχνης να θέλει να αφιερώνεται στην τέχνη του και μόνον. Στο παρελθόν υπήρξα για πολλά χρόνια συνδικαλιστής της ορχήστρας της ΕΛΣ. Όταν πέρασα σε διοικητικές θέσεις αντιλήφθηκα τα προβλήματα που οι καλλιτέχνες δεν μπορούν να καταλάβουν σκεφτόμενοι από το αναλόγιό τους. Νομίζω πως είναι καλό κάθε εργαζόμενος να περνά τόσο από τον συνδικαλισμό όσο και από διοικητικές θέσεις για να καταλαβαίνει και αυτού του είδους τις δυσκολίες

Cul.N.: Ο μύθος της ΕΛΕΝΗΣ έχει πολλές παραλλαγές και βέβαια προσφέρεται και για πολλαπλές αναγνώσεις. Τι είναι εκείνο που ο Ευριπίδης επεδίωξε να περάσει στο κοινό της εποχής του και τι ευελπιστείτε εσείς;
Ν.Ξ.: Το συγκεκριμένο έργο χαρακτηρίζεται ως τραγικωμωδία. Με λίγα λόγια δεν είναι ούτε τραγωδία ούτε κωμωδία ή μάλλον είναι και τραγωδία και κωμωδία όπως ακριβώς είναι και η ζωή μας. Το τι ήθελε να περάσει ο Ευριπίδης στο κοινό του μπορούμε μόνο να το υποθέσουμε. Όσο για το σήμερα υπάρχουν δύο στόχοι: αφενός το κοινό να περάσει καλά  ακούγοντας ένα όμορφο παραμύθι (“αν είναι παραμύθι” που λέει και ο Σεφέρης) και αφετέρου να απολαύσει τον βαθυστόχαστο λόγο του μεγάλου δραματικού ποιητή.

Cul.N.: Μέχρι τώρα πως έχει αποδεχθεί ο κόσμος το εγχείρημά σας, δεδομένου ότι παίξατε στο Ηρώδειο, που για κάθε καλλιτέχνη αποτελεί στόχο και όνειρο;
Ν.Ξ.: Το Ηρώδειο ήταν ο σημαντικότερος σταθμός της περιοδείας μας. Νομίζω πως το πετύχαμε και από προσέλευση κόσμου και από την ανταπόκριση του κοινού.

Οι κριτικές μέχρι στιγμής είναι ενθουσιώδεις, πράγμα που μας δίνει το κουράγιο να συνεχίζουμε ακάθεκτοι.