«Όποιος ελέγχει το παρελθόν, ελέγχει το μέλλον. Όποιος ελέγχει το παρόν, ελέγχει το παρελθόν.»

Τζωρτζ Όργουελ

«Μεγάλος αδερφός», «Αστυνομία σκέψης», «Εγκλήματα σκέψης», είναι μόνο μερικές φράσεις που αποτυπώθηκαν και χρησιμοποιούνται παγκοσμίως, μέσα από το μεγαλειώδες κύκνειο άσμα του Τζωρτζ Όργουελ, «1984».

Γράφτηκε το 1948, όμως αποδείχτηκε ακραία προφητικό, αν αναλογιστεί κανείς πως στις μετέπειτα εποχές, όπως και η δική μας, άνθρωποι «παραδίδουν» την ιδιωτικότητά τους σε κάθε είδους «Μεγάλο αδερφό», ο απολυταρχισμός κάνει και πάλι ορατή την ύπαρξή του μέσα στην κοινωνία και διάφορες χώρες ανά την υφήλιο βρίσκονται σε μια αδιάκοπη πολεμική σύγκρουση.

Στο έθνος της Ωκεανίας, οι πολίτες παρακολουθούνται νυχθημερόν από τα μέλη του κυβερνώντος κόμματος, ενώ παντού εμφανίζεται το πρόσωπο του Ηγέτη, γνωστό και ως «Μεγάλος Αδερφός». Όλα ελέγχονται από αυτούς: η ιστορία, η γλώσσα, ακόμα και η σκέψη των ανθρώπων. Εξαλείφοντας λέξεις και έννοιες, μάχονται να αποφευχθεί οποιαδήποτε επικίνδυνη επαναστατική πράξη. Όλα αυτά κάνουν τον Ουίνστον Σμιθ να αισθάνεται αντιπάθεια για το κόμμα και αγοράζει παράνομα ένα ημερολόγιο στο οποίο γράφει τις σκέψεις του. Στην συνέχεια, γνωρίζεται με ένα ισχυρό μέλος του Κόμματος, τον Ο’ Μπράιεν, για τον οποίο πιστεύει ότι είναι ένα μυστικό μέλος της Αδερφότητας, μια θρυλικής ομάδας που εργάζεται για να ανατρέψει την κυβέρνηση. Ταυτόχρονα, θα ξεκινήσει ερωτική σχέση με μια κοπέλα, την Τζούλια, με την οποία φαίνεται να τους συνδέει η αμοιβαία αντιπάθεια για τον Μεγάλο Αδερφό. Όταν ο Ο’ Μπράιεν καλεί το ζεύγος στο διαμέρισμά του, διαβεβαιώνει ότι μισεί εξίσου το κόμμα και τους βάζει να ορκιστούν πως θα κάνουν τα πάντα για την ανατροπή του. Σύντομα όμως, ο Ουίνστον και η Τζούλια θα προδοθούν, τόσο από τον Ο’ Μπράιεν, όσο και από τον ιδιοκτήτη ενός μικρού δωματίου που νοικιάζουν για να βρίσκονται μόνοι. Ο Ο’ Μπράιεν για εκδίκηση, κάνει για καιρό πλύση εγκεφάλου στον Σμιθ, προσπαθώντας να κάμψει κάθε προσπάθεια αντίστασης, αλλά αποτυγχάνει. Μόνο όταν ξεκινά να παίζει με τους χειρότερους φόβους του, δημιουργεί το επιθυμητό αποτέλεσμα. Με σπασμένο πνεύμα και σώμα και έχοντας προδώσει ίσως αυτό που του έδινε δύναμη, ο Ουίνστον φαίνεται να αποδέχεται σπαρακτικά το κόμμα και τον Μεγάλο Αδερφό.

Το περιβόητο αυτό Κόμμα, φιλοδοξεί να καταλύσει τη συνείδηση και τη σκέψη των πολιτών, κάνοντας ακραία προπαγάνδα. Στα δωμάτια υπάρχει πάντα μια τηλεόραση όπου παρουσιάζονται οι αποτυχίες του ως επιτυχίες. Οι τηλεοράσεις ταυτόχρονα παρακολουθούν την συμπεριφορά και την καθημερινότητα, ελέγχοντας μέσω της αστυνομίας σκέψης οποιονδήποτε θεωρούν ύποπτο για κάποια ανεπίτρεπτη πνευματική διολίσθηση. Από την άλλη, οι υπεύθυνοι φροντίζουν για το ξέσπασμα των συναισθημάτων και της οργής των ατόμων, οργανώνοντας προσεκτικά άγριες επιθέσεις σε κάθε εχθρό της κυβέρνησης, όπου τους προσκαλούν να συμμετέχουν.

Ο «Μεγάλος Αδερφός», έννοια ολοκληρωτικά οικεία στην εποχή μας, είναι το πρόσωπο του Κόμματος. Οι πολίτες λένε ότι είναι ο ηγέτης του έθνους, αλλά δεν μπορεί να καθοριστεί εάν υπάρχει στην πραγματικότητα. Σε κάθε περίπτωση, το πρόσωπο του Μεγάλου Αδερφού συμβολίζει τη δημόσια εκδήλωση του Κόμματος, είναι μια σιγουριά για τους περισσότερους (διόλου τυχαία η «ζεστασιά» του ονόματός του), αλλά είναι επίσης μια ανοιχτή απειλή (κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει από το βλέμμα του). Συμβολίζει επίσης την ασάφεια με την οποία οι υψηλότερες βαθμίδες του Κόμματος παρουσιάζουν τον εαυτό τους, δεν γνωρίζουν ποιος κυβερνά πραγματικά την Ωκεανία, πώς είναι η ζωή για τους κυβερνώντες ή γιατί επιλέγουν να ενεργούν με τόση βαναυσότητα.

Τα όσα αναφέρονται στο 1984, δεν είναι τίποτα λιγότερο ή περισσότερο από προφητικά σύμβολα και συγκλονιστικές παραβολές για όσα θα ακολουθούσαν μελλοντικά, σε παγκόσμιο επίπεδο.

Η Κατερίνα Ευαγγελάτου, μελέτησε προσεκτικά το έργο και αποτύπωσε εύστοχα στην σκηνοθεσία της μια εφιαλτική, σοκαριστική, γκρίζα και κλειστοφοβική ατμόσφαιρα. Η χρήση της κάμερας και των videos (Στάθης Αθανασίου) δημιούργησε ένα εξαιρετικό και καίριο αποτέλεσμα, κάνοντας ίσως κατά μία έννοια και τον θεατή κομμάτι της συνεχόμενης παρακολούθησης των ηρώων. Η παράσταση είχε γρήγορο ρυθμό, ενώ η ρεαλιστική σκηνή των βασανιστηρίων του ήρωα, πιθανόν λίγο μεγαλύτερη σε διάρκεια από ό,τι θα έπρεπε, προκάλεσε ανάμεικτα συναισθήματα φρίκης, φόβου, αλλά και συμπόνιας. Άλλωστε κάτι πολύ σημαντικό πια στις θεατρικές παραστάσεις, είναι να αφήνουν πίσω τους ιδιαίτερο αποτύπωμα. Η σκηνογραφία της Εύας Μανιδάκη, ήταν εντυπωσιακή και λειτουργική, ανέδιδε αυτήν την δυστοπική αίσθηση του «1984» και επίσης εξυπηρέτησε στο πέρασμα από την μία κατάσταση στην άλλη. Σημαντική ωστόσο και η συμβολή των κοστουμιών της Βασιλικής Σύρμα, όπως και των φωτισμών του Νίκου Βλασόπουλου. Η μουσική του Γιώργου Πούλιου, συνεισέφερε δυναμικά στην τελική αίσθηση.

Ως προς τους ηθοποιούς, είναι πολύ σημαντικό για έναν σκηνοθέτη να βρίσκει ερμηνευτές που ταιριάζουν στην οπτική του και να μπορούν να αποτυπώσουν τις συναισθηματικές διακυμάνσεις των ηρώων που τους καλεί να ζωντανέψουν στο σανίδι. Κάτι τέτοιο φαίνεται να συμβαίνει με τους ΕυαγγελάτουΠανταζάραΚουρή. Μετά από παραστάσεις όπως «Ρήσος» και «Φάουστ», ο Αργύρης Πανταζάρας, εντυπωσιάζει ως «Ουίνστον Σμιθ», μεταμορφώνεται επί σκηνής και αναδεικνύει τις διάφορες εκφάνσεις του χαρακτήρα του, από την φαινομενική υποταγή, μέχρι την εξωτερική και εσωτερική διάβρωση. Ο Νίκος Κουρής, καίριος, ακριβής και μετρημένος, φαντάζει ένας ιδανικός «Ο’ Μπράιεν». Δυναμική και εύστοχη η Λένα Δροσάκη ως «Τζούλια». Σε δεύτερους ρόλους, πλαισιώνουν όμορφα την παράσταση οι Σωτήρης Τσακομίδης, Ερρίκος Μηλιάρης, Νίκος Πυροκάκος, Αγησίλαος Μικελάτος και Σεραφίτα Γρηγοριάδου.

Η θέληση κάθε αόρατου ή ορατού «ηγέτη» ανά τον κόσμο να μεταμορφώνει τους ανθρώπους σε πλάσματα υποταγμένα, άβουλους υποστηρικτές των «αξιών» κάποιου παντοδύναμου «κόμματος», ανασύρει αρκετά συχνά στην συλλογική μνήμη κάτι από το παγκόσμιας σημασίας, δυστοπικό σύμπαν του Όργουελ.


Το 1984 σε σκηνοθεσία Κατερίνας Ευαγγελάτου, συνεχίζει στο Θέατρο Βασιλάκου