Σάββατο, 10 Δεκεμβρίου 2016

Nosferatu σε επανέκδοση, στους κινηματογράφους

Nosferatu σε επανέκδοση, στους κινηματογράφους

Η New Star παρουσιάζει το αριστούργημα του Φρίντριχ Μουρνάου με τίτλο «Nosferatu» σε επανέκδοση…

… από την Πέμπτη 22 Νοεμβρίου 2012.


 “ NOSFERATU ”
        
Σκηνοθεσία: Φρίντριχ Β. Μουρνάου                                                                                       

Σενάριο: Μπράμ Στόκερ (νουβέλα) & Χένρικ Γκάλεεν (προσαρμογή)                                                                                                       

Πρωταγωνιστούν: Μάξ Σρέκ, Γκούσταβ Φον Βανγκενχάιμ, Γκρέτα Σρέντερ, Άλεξ Γκράναθ.


Σύνοψη:

Στη Βρέμη της Γερμανίας, ο κτηματομεσίτης Κνόκ αναθέτει στο νεαρό υπάλληλό του Χούτερ να ταξιδέψει στα Καρπάθια όρη, για να παραδώσει κάποια συμβόλαια στο μυστηριώδη Κόμη Όρλοκ, ο οποίος ψάχνει για σπίτι στην γερμανική πόλη. Πριν ακόμη φτάσει στο κάστρο του Κόμη, ο Χούτερ αντιλαμβάνεται τον τρόμο των κατοίκων του κοντινού χωριού. Κρυφά του δίνουν ένα βιβλίο σχετικά με τους βρικόλακες, που αρχικά βρίσκει διασκεδαστικό. Κάποια στιγμή θα συναντήσει τον Κόμη, που στην εμφάνιση δεν έχει μεγάλη σχέση με το ανθρώπινο είδος. Τα αυτιά του είναι μυτερά, το κρανίο του παραμορφωμένο και τα νύχια του μακριά. Παρουσιάζεται εξαιρετικά ευθύγραμμος και οι κινήσεις του χαρακτηρίζονται από εφιαλτική βραδύτητα. Όταν δει το φυλακτό του Χούτερ με τη φωτογραφία της όμορφης συζύγου του, της Έλεν, υπογράφει αμέσως το συμβόλαιο και αποκτά το παλιό σπίτι στην Βρέμη. Σύντομα ο Χούτερ ανακαλύπτει ότι με το συμβόλαιο αυτό άνοιξε τον δρόμο στον ίδιο τον Τρόμο να έρθει στην πόλη του. Τη νύχτα, όταν ο αιμοδιψής Κόμης εμφανίζεται στο δωμάτιο του, η Έλεν ξυπνά στη μακρινή Βρέμη και φωνάζει το όνομα του συζύγου της. Κατόπιν ο Όρλοκ ξεκινά το ταξίδι του για τη Βρέμη. Ένας ένας οι ναύτες του πλοίου που μεταφέρει τον Όρλοκ αρρωσταίνουν και πεθαίνουν. Αφού ο Όρλοκ φτάνει σχεδόν συγχρόνως με τον Χούτερ στη Βρέμη, η επιδημία εξαπλώνεται ταχύτατα στην πόλη. Αξιοπρόσεκτο χαρακτηριστικό όλων των θυμάτων: πληγές στο λαιμό. Η Έλεν βρίσκει το βιβλίο των βρικολάκων του συζύγου της και διαβάζει εκεί ότι μόνον η θυσία μιας αθώας γυναίκας θα θέσει τέλος στο κακό. Αποφασίζει να αναλάβει η ίδια τον ρόλο αυτό…


Από τον αρκετά βαρετό μυθιστόρημα του Μπραμ Στόκερ "Δράκουλας", ο Μουρνάου και ο σεναριογράφος του Χέρνικ Γκαλέεν έβγαλαν τον πιο τρομερό εφιάλτη του κινηματογράφου. Στον πύργο τον Καρπαθίων, στις αλέες όπου η δαιμονική αμαξά τρέχει να μας συναντήσει, όπου μακάβριες πομπές παρελαύνουν χωρίς τέλος, μας διαπερνούν τα ανατριχιάσματα του τρόμου. Το απόκοσμο εμφανίζεται κάτω από τον φανταστικό και σαστισμένα νιώθουμε ότι η αληθινή ζωή και η τρομακτική της πλευρά φωτίζεται μπροστά μας.  Αρχετυπική ταινία της μυθολογίας τρόμου, ο «Nosferatu» είναι μια κλασική ταινία: οι σκοτεινές της εικόνες, η φιγούρα του βαμπίρ, ο ερεβώδης ρομαντισμός της, η μελαγχολική υποβλητική ατμόσφαιρά της διατηρούνται αλώβητες από την φθορά του χρόνου.  Όμως ο «Νοσφεράτου» του Μουρνάου είναι επίσης και μια ταινία σημαδιακή για την ιστορία του κινηματογράφου: δημιούργησε ένα ολόκληρο είδος ταινιών τρόμου με κεντρικό ήρωα τον Απέθαντο. Όλες οι ταινίες με τον Δράκουλα που ακολούθησαν κατάγονται απ' αυτήν την βουβή γερμανική ταινία του 1922. Ωστόσο η μυθολογία της ταινίας επεκτείνεται και πέρα από την ιστορία που αφηγείται ή την αισθητική της.


ΜΑΞ ΣΡΕΚ  (1879 – 1936)
Εξαιρετικός Γερμανός ηθοποιός του θεάτρου και του μιούζικ-χόλ, έμεινε στην ιστορία από την ιστορική ερμηνεία του στην αριστουργηματική ταινία του Φρ. Μουρνάου «Νοσφεράτου, μια συμφωνία τρόμου». Γεννήθηκε στ Βερολίνο, στις 11 Ιουνίου του 1879. Μετά το σχολείο σπούδασε υποκριτική στη σχολή Berliner Staatstheater. Αφού τελείωσε τις σπουδές, πήγε σε περιοδεία για διάστημα δυο χρόνων εντός του γερμανόφωνου χώρου (Βρέμη, Έρφουρτ, Λουκέρνη, Φρανκφούρτη, κ.α.). Το 1910 θα παντρευτεί την ηθοποιό Φραντσίσκα Ότ, η οποία στο εξής θα ονομαζόταν Φάνι Σρέκ. Την τριετία 1919 – 1922 εμφανιζόταν στο θέατρο του Μονάχου Münchner Kammerspiele, όπου τον πρόσεξε ο σκηνοθέτης Φρίντριχ Μουρνάου. Για τον Μουρνάου, ο Σρέκ ήταν ο καταλληλότερος για το ρόλο του Δράκουλα στην ταινία που ετοίμαζε. Πιο πρίν ο Σρέκ είχε εμφανιστεί στο σινεμά στην ταινία «Der Richter von Zalamea». Όταν συμφώνησε να παίξει για τον Μουρνάου, δεν φανταζόταν ποτέ ότι θα ενσάρκωνε μια από τις πιο απόκοσμες φιγούρες στην κινηματογραφική ιστορία.


Με τον ρόλο του στο «Νοσφεράτου» ο Σρεκ κέρδισε παγκόσμια φήμη, ενώ μέχρι σήμερα κάποιοι «ευκολόπιστοι» άνθρωποι πιστεύουν ότι ο ηθοποιός, το όνομα του οποίου στα αγγλικά σημαίνει «μεγάλος τρόμος»(!), ίσως και να ήταν πραγματικός βρικόλακας! Μετά το «Νοσφεράτου» ο Σρέκ πρωταγωνίστησε το 1923 στο κοινωνικό δράμα του Καρλ Γκρούνε «Die Straße», ενώ το 1925 πήρε πολύ καλές κριτικές για τον ρόλο του φαρμακοποιού στο «Krieg im Frieden». Το 1927 θα εμφανιστεί πάλι σε ταινία του Γκρούνε, το ειρηνιστικό «Am Rande der Wel».


Μετά τις κινηματογραφικές του αυτές εμφανίσεις, ο Σρέκ επέστρεψε στο θέατρο Münchner Kammerspiele. Εργάστηκε στο εξής στο θέατρο, αλλά ποτέ δεν σταμάτησε να εμφανίζεται σε ταινίες. Συνεργάστηκε με σκηνοθέτες όπως οι Μαξ Οφίλς και Κάρλ Βαλεντίν. Συνολικά γύρισε περισσότερες από σαράντα ταινίες. Είχε πάντοτε δημοκρατικές πεποιθήσεις. Συμμετείχε σεπολλές παραστάσεις και προγράμματα με αντιφασιστικό χαρακτήρα. Πέθανε ξαφνικά σε ηλικία 56 ετών στο Μόναχο, αφού λίγο πριν είχε υποδυθεί τον ιεροεξεταστή σε παράσταση του «Ντόν Κάρλος». Η κηδεία του έγινε στις 14 Μαρτίου 1936, στο κοιμητήριο Waldfriedhof του Βερολίνου.


ΓΚΡΕΤΑ ΣΡΕΝΤΕΡ  (1891 – 1967)
Γεννήθηκε στις 7 Σεπτεμβρίου στο Ντίσελντορφ. Έπαιξε σε αρκετές ταινίες του γερμανικού εξπρεσιονισμού κατά την δεκαετία του ’20, αλλά ο ρόλος που την στοίχειωσε ως σήμερα είναι αυτός της Έλεν στο υποβλητικό «Νοσφεράτου» του Φρ. Μουρνάου.


Το κανονικό της όνομα ήταν Μαργκερίτε Σρέντερ. Μετά το σχολείο πήγε στην Αγγλία το 1908 και σπούδασε νομικά στην Οξφόρδη, αλλά το χόμπι της ήταν η αστρολογία, μέχρι βέβαια να ασχοληθεί με την υποκριτική. Το 1910 έκανε την πρώτη της κινηματογραφική εμφάνιση στο Βερολίνο και η ταινία που συμμετείχε είχε τον τίτλο «Το νησί της ευλογίας». Σήμερα θεωρείται χαμένη. Το 1912 παντρεύτηκε τον ηθοποιό Έρνστ Ματράι, με τον οποίο χώρησε το 1921. Το 1916 έγραψε το σενάριο για την γερμανική εκδοχή του «Φαντάσματος της Όπερας», η ταινία δε αυτή είναι η πρώτη κινηματογραφική μεταφορά του έργου αυτού διεθνώς.


Το 1921 επελέγη για τον βασικό γυναικείο ρόλο στο «Νοσφεράτου». Ήταν ο ρόλος της ζωής της, αν και η ίδια βέβαια δεν μπορούσε τότε να το ξέρει. Το 1926 έκανε τον δεύτερό της γάμο (παντρεύτηκε τον γνωστό ηθοποιό και σκηνοθέτη Πόλ Βέγκενερ) και τότε ήταν που άλλαξε το όνομά της από Μαργκερίτε σε Γκρέτα. Στις αρχές της δεκαετίας του ’30 μετέβη για δεύτετρη φορά στην Αγγλία, όπου συμμετείχε σε θεατρικές παραστάσεις με το όνομα Γκρίτ Βέγκενερ. Με τον δεύτερο σύζυγό της πήρε διαζύγιο το 1944, έχοντας αποκτήσει μαζί του ένα παιδί (είχε και ένα άλλο από τον πρώτο της γάμο). Μετά το πόλεμο έπαιζε σε αρκετές ταινίες, αλλά της έδιναν συνεχώς μικρούς ρόλους, κυρίως διότι την είχαν όλοι συνδέσει με το ρόλο της στο «Νοσφεράτου». Μέχρι το 1958 έπαιζε στο θέατρο της Βιέννης. Στην πόλη αυτή άφησε την τελευταία της πνοή, στις 13 Απριλίου του 1967, σε ηλικία 75 ετών. 


Friedrich W. Murnau  (1888 – 1931)
Στη Γερμανία του Μεσοπολέμου είχε αναπτυχθεί ένα είδος κινηματογράφου εντελώς ιδιαίτερο και πρωτοποριακό, που οι κριτικοί της εποχής του είχαν δώσει το όνομα «Γερμανικός Εξπρεσιονισμός» (κυρίως από τα σκηνικά της ταινίας του Ρόμπερτ Βίνε «Το εργαστήρι του Δρ Καλιγκάρι»,που γυρίστηκε το 1919). Σωστός ή λανθασμένος, ο όρος αυτός καθιερώθηκε να αναφέρεται για ένα σινεμά με απόκοσμα πλάνα, σκοτεινές εικόνες, γοτθικό περιβάλλον και τρομακτικά πρόσωπα, συνιστώσες ενός φιλμικού περιβάλλοντος ξεχωριστού στα κινηματογραφικά χρονικά, το οποίο ανέδειξε σπουδαίους σκηνοθέτες.


Στη βωβή περίοδο της «εξπρεσιονιστικής» αυτής εποχής το όνομα του Φρίντριχ Μουρνάου είναι σίγουρα από τα πιο βαρύγδουπα. Ο Μουρνάου, ένας από τους κορυφαίους δημιουργούς της βωβής περιόδου του σινεμά (αν όχι ο κορυφαίος, όπως ισχυρίζονται πολλοί κριτικοί αλλά και συνάδελφοί του), υπήρξε κάτι παραπάνω από σπουδαίος σκηνοθέτης: ήταν ένας βιρτουόζος της κινούμενης εικόνας, αλλά αυτό δεν του ήταν αρκετό. Επέφερε τομές στην τέχνη της κινηματογραφικής έκφρασης, χρησιμοποιώντας εντελώς υποκειμενικά και με έναν δικό του τρόπο την κινηματογραφική κάμερα για να ερμηνεύσει την συναισθηματική κατάσταση ενός χαρακτήρα. Ο Άντριου Σάρις, επιφανής θεωρητικός ου κινηματογράφου, θεωρεί ότι το σινεμά του Μουρνάου είναι περισσότερο επιδραστικό στην πορεία του μοντέρνου κινηματογράφου από ότι αυτό του Αϊζενστάιν, ενώ ο Τσάρλι Τσάπλιν, μέγας θαυμαστής του Γερμανού δημιουργού, έχει δηλώσει ότι «ο Μουρνάου έφερε το βουβό σινεμά σε ένα σημείο απόλυτης τελειότητας». Το αν θα είχε συνεχίσει τα επιτεύγματά του και στον ομιλούντα κινηματογράφο είναι κάτι τελείως υποθετικό, αφού ο τραγικός του θάνατος το 1931 σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα διέκοψε απότομα – και δυστυχώς οριστικά – τον δημιουργικό του οίστρο, βάζοντας τελεία στην οργιαστική εξέλιξη ενός καλλιτέχνη που μόλις είχε περάσει το κατώφλι της ωριμότητάς του.


Ήρθε στη ζωή λίγο πριν την γέννηση του κινηματογράφου. Γεννήθηκε στις 28 Δεκεμβρίου του 1888, στην πόλη Μπίλεφελντ της Βεστφαλίας, μιας γερμανικής επαρχίας. Το πραγματικό του όνομα ήταν Φρίντριχ Βίλχελμ Πλούμπε. Ο πατέρας του ήταν υφαντουργός και λεγόταν Χάινριχ Πλούμπε, ενώ μητέρα του ήταν η Οτίλια Πλούμπε, δασκάλα στο επάγγελμα, η οποία ήταν δεύτερη σύζυγος του πατέρα του. Ο Φρίντριχ είχε τέσσερα αδέλφια, δύο αδελφούς (τον Μπέρναρντ και τον Ρόμπερτ) και δύο μεγαλύτερες ετεροθαλείς αδελφές (Ίντα και Άννα), οι οποίες προέρχονταν από τον πρώτο γάμο του πατέρα Χάινριχ και ζούσαν μαζί με την υπόλοιπη οικογένεια στην ίδια εστία. Το 1892 η οικογένεια Πλούμπε άφησε το Μπίλεφελντ, μετακομίζοντας στην μικρότερη πόλη Κάσελ, όπου εγκαταστάθηκαν σε ένα μεγάλο εξοχικό σπίτι. Το σπίτι αυτό ήταν μακριά από την αστική περιοχή του Κάσελ, έτσι ο μικρός Φρίντριχ δεν είχε πολλές ευκαιρίες να παίζει και να κάνει παρέες με άλλα παιδιά, αν εξαιρέσουμε τα αδέλφια του. Μόνο στο σχολείο του Κάσελ (όπου πήγε για πρώτη φορά) μπορούσε να έχει επαφές με συμμαθητές του. Ήταν ένα σοβαρό και ήσυχο παιδί, ποτέ δεν είχε απασχολήσει τους γονείς του με σκανδαλιές ή κάτι παρόμοιο. Στο σχολείο ήταν πολύ καλός μαθητής, έχοντας αναπτύξει μεγάλη έφεση στην μελέτη βιβλίων. Την ώρα που τα άλλα παιδιά της ηλικίας του ήσαν έξω κι έπαιζαν, αυτός περνούσε τις ώρες του διαβάζοντας βιβλία, όντας σχετικά απομονωμένος στο εξοχικό της οικογένειας.


Το διάβασμα λογοτεχνικών κειμένων έγινε σταδιακά η αγαπημένη του ασχολία, έτσι σε μια ηλικία αρκετά πρώιμη είχε εξοικειωθεί με το έργο των μεγάλων συγγραφέων. Πολύ συχνά επίσης επισκεπτόταν και τα διάφορα μουσεία της περιοχής. Όλη αυτή του η δραστηριότητα τον βοήθησε να έρθει σε στενή επαφή και να αγαπήσει την υψηλή τέχνη. Πριν ακόμη κλείσει τα 12, ο νεαρός Φρίντριχ Πλούμπε είχε μελετήσει τα έργα φιλοσόφων όπως ο Σοπενχάουερ και ο Νίτσε . Αυτό όμως που τον είχε γοητεύσει περισσότερο απ’ όλα ήταν το θέατρο, ιδιαίτερα τα έργα του Σαίξπηρ και του Ίψεν . Και δεν περιορίστηκε απλώς στο να μελετά τα θεατρικά έργα, αλλά είχε αρχίσει από τις αρχές της εφηβικής του ηλικίας να γράφει κάποια δικά του θεατρικά έργα σύντομης διαρκείας. Είχε μάλιστα από μικρός αποφασίσει ότι το θέατρο θα ήταν η βασική του ασχολία και αυτό με το οποίο θα ασχολείτο επαγγελματικά ως ενήλικος. Τόσο η μητέρα του, όσο και οι δύο ετεροθαλείς αδελφές του ήσαν απόλυτα σύμφωνες με τα καλλιτεχνικά όνειρα του Φρίντριχ και τον ενθάρρυναν να συνεχίσει. Όμως ο πατέρας του κάθε άλλο παρά ενθουσιασμένος ήταν με μια τέτοια προοπτική για το γιό του, τον οποίο προόριζε για καθηγητή. Μάλιστα του απαγόρευσε να ασχολείται με το θέατρο. Ο νεαρός Φρίντριχ δεν ήθελε σε καμμία περίπτωση να στεναχωρήσει τον πατέρα του, ούτε να έρθει σε διαμάχη μαζί του. Έτσι προσποιήθηκε ότι εγκαταλείπει τις θεατρικές ενασχολήσεις όσο ζούσε στην οικογενειακή εστία. Το 1907 όμως τελείωσε το λύκειο στο Κάσελ και αποφασίστηκε να μεταβεί στο Βερολίνο για σπουδές. Συμμορφούμενος με την επιθυμία του πατέρα του, σπούδασε φιλολογία, φιλοσοφία και λογοτεχνία . Αλλά παράλληλα με τις σπουδές του στο πανεπιστήμιο, γράφτηκε – κρυφά από την οικογένειά του και ιδιαίτερα από τον αυστηρό πατέρα του – σε μια σχολή θεάτρου της γερμανικής πρωτεύουσας, όπου περνούσε τις περισσότερες ώρες του.


Για να μην ανακαλύψει ο τελευταίος την παράλληλη δραστηριότητά του, ο Φρίντριχ γράφτηκε στη σχολή θεάτρου με το επώνυμο Μουρνάου. Το όνομα αυτό το εμπνεύστηκε από μια μικρή επαρχιακή πόλη με το όνομα Μουρνάου Αμ Σταφελσέε, στην οποία είχε περάσει ονειρεμένες διακοπές μαζί με τον φίλο του – και ποιητή – Χάνς Ερεμπάουμ-Ντέγκελε, τον οποίον είχε γνωρίσει ως φοιτητής και μοιραζόταν μαζί του τα κοινά καλλιτεχνικά ενδιαφέροντα. Στην πόλη αυτή της Γερμανίας είχαν ζήσει επίσης και οι εξπρεσιονιστές καλλιτέχνες Φράντς Μάρκ και Βασίλι Καντίνσκι. Οι δύο φίλοι αποφάσισαν το 1910 να αφήσουν το Βερολίνο και να μεταβούν στην Χαϊδελβέργη, με σκοπό να σπουδάσουν ιστορία της τέχνης στο εκεί πανεπιστήμιο. Το 1911, ο Φρίντριχ αποφάσισε να σταματήσει τις σπουδές και να ενταχθεί σε έναν θεατρικό θίασο ως ηθοποιός. Αυτές του οι ασχολίες έφθασαν μοιραία στο να γίνουν γνωστές στην οικογένειά του, που ψυχράνθηκε μαζί του.


Με τον πατέρα του μάλιστα είχε μια άγρια διένεξη, αφού ο δεύτερος αδυνατούσε να αποδεχθεί τις επιλογές του. Μετά από όλα αυτά, ήρθε η ώρα για σημαντικές αποφάσεις από την πλευρά του Φρίντριχ, ο οποίος διέγραψε το πατρικό επώνυμο Πλούμπε, το οποίο θα ήταν στο εξής μια κακή ανάμνηση, παίρνοντας επίσημα το επώνυμο Μουρνάου. Οικογένειά του πλέον θα είναι οι εκλεκτοί του φίλοι στο Βερολίνο (όπου είχε ήδη  επιστρέψει από το 1911) και τα μέλη του θιάσου του Ράινχαρντ, τον οποίο ακολουθούσε παντού όχι μόνο ως ηθοποιός σε μικρούς ρόλους, αλλά πλέον και ως βοηθός σκηνοθέτη. Την περίοδο εκείνη ο Μουρνάου (πλέον) άρχισε να συνειδητοποιεί και τις ερωτικές του προτιμήσεις, οι οποίες είχαν μια σταθερή ροπή προς την ομοφυλοφιλία.


ΦΙΛΜΟΓΡΑΦΙΑ
•    Der knabe in blau / Το αγόρι στα μπλέ 1919
•    Satanas / Σατανάς 1920
•    Der Bucklige und die Tänzerin / Ο καμπούρης και η χορεύτρια 1920
•    Der Januskopf / Το κεφάλι του Ιανού 1920
•    Abend – Nacht – Morgen / Βράδυ – Νύχτα – Πρωί 1920
•    Der gang in die nacht / Ταξίδι μέσα στη νύχτα 1921
•    Sehnsucht / Πάθος 1921
•    Schloß Vogeloed / Το στοιχειωμένο κάστρο 1921
•    Marizza, genannt die Schmuggler – Madonna / Μαρίτζα, μια παράνομη αγία 1922
•    Der brennende acker / Η γη στις φλόγες 1922
•    Nosferatu, eine Symphonie des Grauens / Νοσφεράτου 1922
•    Phantom / Το φάντασμα 1922
•    Die austreibung / Η απέλαση 1923
•    Die Finanzen des Großherzogs / Τα οικονομικά του μεγάλου δούκα 1924
•    Der letzte Mann / Ο τελευταίος άνθρωπος 1924
•    Herr Tartüff / Ταρτούφος 1924
•    Faust – Eine deutsche volkssage / Φάουστ 1926
•    Sunrise / Η αυγή 1927
•    4 devils / 4 διάβολοι 1927
•    City girl / Το κορίτσι από την πόλη 1930
•    Tabu: A story of the South Seas / Ταμπού 1931