Το Φεστιβάλ Μεγάρου Γκύζη στη Σαντορίνη θα ολοκληρωθεί την Πέμπτη 23 Αυγούστου με το «Point Two», τη συνάντηση δυο κορυφαίων μουσικών του είδους τους, του Χρήστου Ραφαηλίδη και του Πέτρου Κλαμπάνη

Ο Χρήστος Ραφαηλίδης είναι κορυφαίος βιμπραφωνίστας και συνθέτης, ιδρυτής του συγκροτήματος «Manhattan Vibes» και ο Πέτρος Κλαμπάνης είναι ο  σημαντικότερος νέος Έλληνας κοντραμπασίστας. Οι δύο Έλληνες μουσικοί έχουν παίξει σε κορυφαίες μουσικές σκηνές και φεστιβάλ των ΗΠΑ όπως το Blue Note, το Lincoln Center, το Carnegie Hall κ.α..

Στη Σαντορίνη καθώς και στην υπόλοιπη περιοδεία τους στην Ελλάδα θα ερμηνεύσουν Ελληνική μουσική καθώς και διασκευές από το «Τhe Great American Songbook» και θα συνοδεύονται από το δεξιοτέχνη των κρουστών Bodek Janke.

Πριν ξεκινήσει το ταξίδι του για την Αθήνα, ο Χρήστος Ραφαηλίδης «συνελήφθη» από το  www.culturenow.gr και μας χάρισε μια άκρως εποικοδομητική συνέντευξη-συζήτηση για την πορεία του, τη jazz μουσική αλλά και τη μουσική κατάσταση στη χώρα μας.

Συνέντευξη: Νώντας Δουζίνας

Culturenow.gr: Με τι ασχολείστε αυτή την περίοδο;
Χρήστος Ραφαηλίδης:
 Αυτή την περίοδο ετοιμάζω ένα άρθρο για το περιοδικό Percussive Arts Society (PAS), ένα πολύ σημαντικό μουσικό περιοδικό που κυκλοφορεί ανά τον κόσμο και διαβάζεται σε όλα τα τμήματα κρουστών, σε σχολεία, σε Πανεπιστήμια, σε ωδεία και χώρους όπου παίζεται κλασική μουσική, jazz, funk, RnB, ακόμη και σε recording studios. Είναι η πρώτη φορά που μου ζητήθηκε να γράψω ένα άρθρο για τη μουσική μου. Και αυτό έγινε με αφορμή τη συμμετοχή μου, τον ερχόμενο Νοέμβριο, στο τετραήμερο συνέδριο που διοργανώνει το Percussive Arts Society στο Austin του Texas. Πάνω σε αυτό δουλεύω τώρα και παράλληλα, ετοιμάζομαι για την ελληνική περιοδεία, που αρχίζει από τη Σαντορίνη.

Cul. N.: Αυτή είναι η καλύτερη αφορμή για την επόμενη ερώτηση. Πώς προέκυψε αυτή η συνεργασία με το Φεστιβάλ Γκύζη; Τι θα παρουσιάσετε στο Μέγαρο Γκύζη;
Χ.Ρ.:
 Ο Γιάννης (Παπακωνσταντίνου) ήταν αυτός που επικοινώνησε μαζί μου. Από τον τρόπο που σου μιλάει κάποιος, μπορείς να διακρίνεις κατά πόσο υπάρχει σεβασμός. Διότι ο σεβασμός είναι που μετράει περισσότερο. Ο Γιάννης ήταν πάρα πολύ σεμνός και ταπεινός αναφερόμενος σε αυτό που κάνει, και ένιωσα αμέσως ότι αυτόν τον άνθρωπο πρέπει να τον γνωρίσω και να συνεργαστώ μαζί του. Μέχρι στιγμής, όλα έχουν λειτουργήσει πάρα πολύ ομαλά. Από τον Γιάννη, λοιπόν, ήρθε η πρόταση για συμμετοχή στο φεστιβάλ. Στη συναυλία που θα δώσουμε στο Μέγαρο Γκύζη, θα είμαι μαζί με τον Πέτρο Κλαμπάνη, έναν εξαιρετικά ταλαντούχο μουσικό, πολύ προσγειωμένο, που έχει παίξει με διαπρεπείς μουσικούς στη Νέα Υόρκη και μάλιστα κυκλοφόρησε κι ένα cd που πηγαίνει πολύ καλά. Στα κρουστά θα είναι ο Bodek Janke, ο οποίος είναι Γερμανοπολωνός που ζει στη Νέα Υόρκη. Η ενέργεια του ανθρώπου αυτού γεμίζει ολόκληρο στάδιο. Μόνο τον Bodek να έχεις δίπλα σου, δε χρειάζεσαι τίποτα άλλο. Θα συναντηθούμε όλοι στη Σαντορίνη και θα ξεκινήσουμε την περιοδεία μας από εκεί. Θα ήθελα να ευχαριστήσω το Γιάννη και το Μέγαρο Γκύζη για την πρόσκληση. Από την εμπειρία μου και το ένστικτό μου, διαισθάνομαι ότι η βραδιά στη Σαντορίνη θα είναι φανταστική.

Cul. N.: Παρά τις δυσκολίες που αντιμετωπίσατε στο παρελθόν, πλέον θεωρείστε ιδιαίτερα επιτυχημένος βιμπραφωνίστας διεθνώς. Πώς ήταν αυτή η διαδρομή;
Χ.Ρ.:
 Πρόκειται για τη δική μου Οδύσσεια ! Ήταν ενδιαφέρων ο τρόπος με τον οποίο εξελίχθηκε το ταξίδι μου, το οποίο φυσικά συνεχίζεται, μιάς και δεν αισθάνομαι ότι έχω φτάσει σε κάποιο τελικό σταθμό. Είναι ένας αγώνας μέσω της μουσικής, της τέχνης μου, με υψηλά ιδανικά. Ειδικά εδώ που ζω, ο αγώνας αυτός είναι σκληρός για πολύ κόσμο και σε πολύ διαφορετικούς τομείς. Στην Νέα Υόρκη υπάρχει έμπνευση, υπάρχει χώρος για δημιουργία, υπάρχει αξιοκρατία. Αυτό το επισημαίνω, διότι ξέρουμε τα προβλήματα που υπάρχουν στην Ελλάδα στο συγκεκριμένο ζήτημα. Ας πούμε τις προάλλες,  παίζαμε στο Jazz Standard, ένα σημαντικότατο jazz establishment παγκοσμίως, ένας πιανίστας από την Αργεντινή, ένας μπασίστας από τη Ρωσία, εγώ από την Κοζάνη και ένας ντράμερ από τις ΗΠΑ. Όλοι εμείς που βρεθήκαμε μαζί σε εκείνο το υπόγειο της Νέας Υόρκης – το οποίο έχει και ένα σεβαστό κόστος για να πας – είχαμε κάτι κοινό που μας έφερε εκεί. Είχαμε έναν κοινό παρονομαστή. Φυσικά, αυτή η ανταλλαγή μουσικών ιδεών παράγει την ενέργεια της δημιουργίας και είναι αυτό που κρατά το ενδιαφέρον όλων μας ζωντανό.

Cul. N.: Ποια είναι τα άμεσα σχέδιά σας;
Χ.Ρ.: 
Έχουμε ξεκινήσει με τον Πέτρο ένα γκρουπ που ονομάζεται Jazz Mediterraneo, πάνω στο οποίο δουλεύουμε και ευελπιστούμε σύντομα να ηχογραφήσουμε. Αυτό που θα ηχογραφήσουμε άμεσα είναι το ντουέτο μας, το οποίο ονομάσαμε Point 2, όπου παίζουμε μουσική γραμμένη για μπάσο και βιμπράφωνο. Το ονομάσαμε Point 2 με το εξής σκεπτικό: Το πρώτο πράγμα που κάνεις (Point One) όταν μαθαίνεις να παίζεις μουσική, είναι να παίζεις μόνος σου και να μπορείς να στέκεσαι. Το επόμενο βήμα (Point Two) είναι να παίξεις μουσικής με κάποιον άλλον. Έτσι προέκυψε το Point 2. Είναι λίγο παιδικό, αλλά νομίζω μας ταιριάζει.

Cul. N.: Είστε ο ιδρυτής του συγκροτήματος Manhattan Vibes, που είναι πλέον ένα πολύ πετυχημένο συγκρότημα σε αυτό το χώρο μουσικής…
Χ.Ρ.:
 Οι Manhattan Vibes είναι ένα κουαρτέτο με βιμπράφωνο, πιάνο, μπάσο και ντραμς. Τώρα θα κυκλοφορήσει ο καινούργιος δίσκος μας που λέγεται Blue November .

Cul. N.: Σε τι εστιάζετε περισσότερο; Στη δισκογραφία ή στις ζωντανές εμφανίσεις;
Χ.Ρ.:
 Και στα δυο. Στην ηχογράφηση δημιουργείς σε πολύ πιο προσωπικό επίπεδο, από ό,τι μπροστά σε κόσμο. Είναι κάπως σαν να προετοιμάζεσαι για εξετάσεις. Ετοιμάζεις το καινούργιο σου υλικό, πηγαίνεις να το ηχογραφήσεις και εκεί, στο χρόνο που περνάς με παραγωγό, ηχολήπτη, τους υπόλοιπους μουσικούς, σου έρχεται ο οίστρος της δημιουργίας. Εκείνη τη στιγμή βάζεις τις βάσεις στην μουσική που αργότερα θα παίζεις live μπροστά σε κόσμο. Ηχογράφηση και ζωντανές εμφανίσεις είναι λίγο αλληλένδετα. Για παράδειγμα, πρώτα θα μπούμε στο στούντιο με τον Πέτρο να ηχογραφήσουμε το Point 2 και μετά, αφού κυκλοφορήσει το CD θα αρχίσουμε ζωντανές συναυλίες για να το προωθήσουμε. Η μουσική είναι η επικοινωνία μας με τον κόσμο. Επικοινωνία που δεν μπορεί να εκφραστεί με τον λόγο. Όσον αφορά τις συναυλίες, ένα πρόσθετο καλό είναι ότι αποτελούν ευκαιρία για το κοινό να μπορεί να προμηθευτεί cd. Διότι εάν σου αρέσει αυτό που βλέπεις και ακούς, θέλεις να το αποκτήσεις κι έτσι αγοράζεις το cd.

Cul. N.: Η jazz μουσική δεν είναι ιδιαίτερα αναπτυγμένη στην Ελλάδα. Γιατί νομίζετε ότι συμβαίνει αυτό;
Χ.Ρ.: 
Η jazz είναι ένα είδος μουσικής που ο ρυθμός του προέρχεται από τη Δυτική Αφρική. Ο ρυθμός της jazz βασίζεται στη συγκοπή, η οποία δημιουργεί το swing. Η ελληνική μουσική δεν έχει ίχνος συγκοπής. Όλα βασίζονται στο βήμα 1 και στο βήμα 3. Νησιώτικα, ζεϊμπέκικα, καλαματιανά, τσιφτετέλια, όλα πατάνε στο 1 και στο 3. Οπότε για εμάς είναι σα να συγκρίνεις δυο εντελώς διαφορετικές μεταξύ τους γλώσσες. Για παράδειγμα, τα ελληνικά με τα ιταλικά ή ακόμη και με τα αγγλικά, έχουν κάποιες ίδιες λέξεις, ή έστω ορισμένες λέξεις που προέρχονται από την ίδια ρίζα. Με τα κινέζικα όμως δεν έχουν καμία σχέση. Τόσο μεγάλη είναι η διαφορά που έχει η jazz με την ελληνική μουσική, όσον αφορά τον ρυθμό. Είναι μεταξύ τους δυο άσχετα πράγματα, οπότε είναι πολύ δύσκολο ο Έλληνας που έχει μάθει το συρτό, να καταλάβει το ρυθμό που έρχεται από τη Δυτική Αφρική.

Cul. N.: Ποιες είναι οι διαφορές ως προς την ανάπτυξη της jazz στο εξωτερικό, σε σύγκριση με την Ελλάδα;
Χ.Ρ.: 
Στην ελληνική μουσική δεν υπάρχει μεγάλο περιθώριο δημιουργίας για τον μουσικό. Είναι μουσική προσανατολισμένη κυρίως στον τραγουδιστή, ενώ υπάρχει και ένα σολιστικό όργανο όπως το κλαρίνο, το μπουζούκι ή το βιολί. Οι υπόλοιποι μουσικοί απλώς συνοδεύουν. Θα το έχετε προσέξει, ειδικά μάλιστα παλαιότερα, ο κύριος ή η κυρία που τραγουδούσε συνήθως στεκόταν μπροστά και πίσω ήταν οι μουσικοί. Πολλές φορές δε, αν ρωτούσες τον τραγουδιστή ποιος ήταν ο ντράμερ του, μπορεί και να μην ήξερε. Αυτό οφείλεται στο ότι ο πρωταρχικός στόχος της ελληνικής μουσικής ήταν να διασκεδάσει τον κόσμο, όχι να του ξυπνήσει τη διανόηση ή να τον κάνει να σκεφτεί. Δεν είχαμε την πολυτέλεια να ασχοληθούμε με τη μουσική σαν τέχνη. Η μουσική ήταν πάντα μέσο διασκέδασης. Εξ ου και η πρωτοκαθεδρία του τραγουδιστή σε σχέση με τους μουσικούς του. Τελευταία αυτό έχει αλλάξει λίγο, διότι υπάρχει πλέον και το internet και βλέπουμε τι γίνεται στο εξωτερικό. Μέχρι πρόσφατα, δύσκολα θα πήγαινε ο Έλληνας να πληρώσει για να δει κάποιον να παίζει μουσική στο Μέγαρο. Αυτό άρχισε να συμβαίνει τα τελευταία χρόνια. Και ας μην κοιτάμε μόνο την Αθήνα, αφού όταν λέμε Ελλάδα πρέπει να βλέπουμε τι γίνεται και στην επαρχία. Κατάγομαι από την Κοζάνη. Αυτοί οι άνθρωποι δεν είχαν την ευκαιρία να δουν καν μια ορχήστρα στις δεκαετίες του ’80 ή του ’90. Αυτό εξηγεί και τη στάση των Ελλήνων απέναντι στη δημιουργική μουσική. Οι Έλληνες δεν λένε «όχι δε θέλουμε», αλλά είναι γεγονός ότι δυσκολεύονται να καταλάβουν τη jazz, πόσω μάλλον να την αισθανθούν οικεία. Σε αυτά τα συμπεράσματα έχω καταλήξει με τα χρόνια. Όταν βλέπεις ότι ο κόσμος ακούει τραγουδάκια που είναι όλα βασισμένα σε μια πρωτογενή αρμονία δυο συγχορδιών, καταλαβαίνεις ότι αυτοί οι άνθρωποι έχουν μείνει πίσω, αλλά δε μπορείς να του κάνεις παρατήρηση για το τι μουσική ακούνε. Τα media έχουν τεράστιο ποσοστό ευθύνης για το τι ακούει ο κόσμος. Διότι καλή μουσική υπάρχει. Απλά θέλει αναζήτηση.
Για να μην παρεξηγηθώ, αυτά που λέω δεν είναι μομφή για τους Έλληνες. Αντιθέτως, θέλω να τονίσω ότι για όλα υπάρχει μια εξήγηση.

Cul. N.: Τα καλοκαίρια επισκέπτεστε τη χώρα μας για συναυλίες. Το αισθάνεστε περισσότερο ως διακοπές ή θέλετε να συμμετέχετε και στα ελληνικά μουσικά δρώμενα;
Χ.Ρ.:
 Δεν αισθάνομαι ότι συμμετέχω στην ελληνική μουσική κατάσταση, στα ελληνικά μουσικά δρώμενα όσο θα ήθελα, καθώς δεν έχω και πολλές προτάσεις συνεργασίας από Έλληνες καλλιτέχνες. Στις εμφανίσεις μου στην Ελλάδα παίζω με μουσικούς από Ευρώπη ή Νέα Υόρκη.  Έχουμε κάνει αρκετά πράγματα μαζί με τον κύριο Πλέσσα και την Εύη Σιαμαντά. Αυτό θα έλεγα είναι και το μοναδικό μου project στην Ελλάδα.

Cul. N.: Ποιες συνεργασίες θα ξεχωρίζατε με Έλληνες μουσικούς;
Χ.Ρ.:
 Με τον Μίμη Πλέσσα, με τον Αλκίνοο Ιωαννίδη, την Εύη Σιαμαντά, τον Γιώργο Φακανά. Έπαιξα τελευταία και στο CD της Ελένης Τσαλιγγοπούλου.

Cul. N.: Τι να περιμένουμε στο μέλλον από εσάς;
Χ.Ρ.: 
Θέλω να κάνω κάτι που να σχετίζεται με την Ελλάδα και την ελληνική μουσική, αλλά δεν το έχω ξεκαθαρισμένο στο μυαλό μου. Ίσως να είναι κάτι μεταξύ Ανατολής και Δύσης, με επίκεντρο την ελληνική μουσική, αλλά φιλτραρισμένο μέσα από τη νεοϋορκέζικη πολυπολιτισμικότητα. Θα συνδυάζει μουσικά στοιχεία από παντού, αλλά θα είναι ελληνική μουσική και θα ξυπνάει εικόνες από το Αιγαίο. Αυτό μάλλον θα πάρει λίγο χρόνο, καθώς το φαντάζομαι να είναι με ορχήστρα και jazz group. Μπορεί να ακούγεται κάπως μεγαλεπήβολο, αλλά ελπίζω να τα καταφέρω.

Για περισσότερες πληροφορίες, μπορείτε να βρείτε στην επίσημη ιστοσελίδα του συγκροτήματος του Χρήστου Ραφαηλίδη (www.manhattanvibes.com)

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: ΠΑΝΟΣ ΣΤΟΓΙΟΓΛΟΥ