Δευτέρα, 5 Δεκεμβρίου 2016

Η αξέχαστη Πόλη, στους κινηματογράφους από τη Feelgood

Η αξέχαστη Πόλη, στους κινηματογράφους από τη Feelgood

Η Feelgood φέρνει στις κινηματογραφικές αίθουσες τη διεθνή συμπαραγωγή με τίτλο «Η Αξέχαστη Πόλη» που αναφέρεται στην Κωνσταντινούπολη

… από την Πέμπτη 27 Σεπτεμβρίου 2012.


7 ιστορίες, 7 γλώσσες, η Πόλη 7 χιλιάδων χρόνων


Επτά σκηνοθέτες από διαφορετικά μέρη του κόσμου (Βοσνία-Ερζεγοβίνη, Σερβία, Ελλάδα, Παλαιστίνη, Αρμενία) αντλούν έμπνευση από την κοσμοπολίτικη κουλτούρα της Κωνσταντινούπολης και  συνθέτουν ένα μωσαϊκό που αποτυπώνει  το στίγμα της μοναδικής Πόλης στο συλλογικό ασυνείδητο. «Η Αξέχαστη Πόλη» όμως δεν παύει ούτε στιγμή να είναι μια ανθρωποκεντρική ταινία, ακόμα κι αν  διαδραματίζεται αποκλειστικά στο ακαταμάχητο σκηνικό της Πόλης των Πόλεων.
Οι σκηνοθέτες καταγράφουν με αφοπλιστική οξυδέρκεια  προσωπικές ιστορίες στον καμβά της οικουμενικότητας, της μνήμης και της ταυτότητας, ενώ οι ανεπιτήδευτες ερμηνείες των ηθοποιών, η ευαισθησία και η γοητεία που διακρίνει όλες τις επιμέρους ιστορίες δένουν ιδανικά με το σύγχρονο πρόσωπο μιας ιστορικής πόλης που σφύζει από ζωή, δράμα και γλυκόπικρες περιπέτειες. Η ανάγλυφη απεικόνιση της Πόλης, με το εκθαμβωτικό μοτίβο του Βόσπορου να συνδέει τις ιστορίες, σε συνδυασμό με τους απτούς χαρακτήρες της ταινίας προσφέρουν ένα πυκνό και καλοδουλεμένο πορτρέτο της πραγματικά Αξέχαστης Πόλης.


Σύνοψη
«Μπορεί κανείς να φτιάξει μια ιστορία για πολλές πόλεις, αλλά η Κωνσταντινούπολη είναι μια πόλη που φτιάχνει ιστορίες» Πέτρος Μάρκαρης
Ένας επιφυλακτικός έμπορος από τη Θεσσαλονίκη, ένα δυστυχισμένο παντρεμένο ζευγάρι, ένα ερωτευμένο ζευγάρι με πολλές διαφορές, μια Βόσνια νεαρή ηθοποιός , μια ξεριζωμένη ηλικιωμένη γυναίκα από την Παλαιστίνη, ένας μουσικός με υπαρξιακές αναζητήσεις κι ο διάσημος  Έλληνας συγγραφέας Πέτρος Μάρκαρης. Είναι οι πρωταγωνιστές αυτού του πληθωρικού πορτρέτου της Κωνσταντινούπολης που καταφέρνει να αποτυπώσει την πολυπολιτισμικότητα και την οικουμενική διάσταση της  Αξέχαστης Πόλης.


Διάρκεια:118’


Μια συναρπαστική διαδρομή
Το κινηματογραφικό project «Η Αξέχαστη Πόλη» , που εντάχθηκε στα πολιτιστικά γεγονότα  του “2010 Istanbul  European Capital Of Culture”,  πρόκειται για μια σπονδυλωτή ελληνοτουρκική παραγωγή με πρωτότυπο  concept και συναρπαστική διαδρομή.


Το 2008 ο διακεκριμένος Τούρκος σκηνοθέτης Hüseyin Karabey βρέθηκε στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης για την προβολή της ταινίας του «Είσαι ο Μάρλον μου και ο Μπράντο μου». Εκεί είχε την ευκαιρία να συνομιλήσει με τον διάσημο συγγραφέα Πέτρο Μάρκαρη κι έτσι μια παράξενη σύμπτωση αποκαλύφθηκε (πιο αναλυτικά παρακάτω στο παράρτημα «Η Ιδέα») που γέννησε στον Karabey την ιδέα για µια ταινία µε πυρήνα την Κωνσταντινούπολη ως τόπο συλλογικής µνήµης. «Η πολιτισµική επιρροή της Κωνσταντινούπολης επεκτείνεται πέρα από τα όρια της τουρκικής επικράτειας. Είναι το σηµείο όπου η Δύση συναντά την Ανατολή, ο χώρος όπου για αιώνες συνυπήρξαν αµέτρητες γενιές ανθρώπων από την Ανατολία, τα Βαλκάνια και τη Μέση Ανατολή, για τους οποίους η Πόλη εξακολουθεί να αποτελεί σήµερα αναπόσπαστο κοµµάτι της συλλογικής τους µνήµης», σχολιάζει ο Karabey.


Από την άλλη, η Κωνσταντινούπολη εξελίσσεται σε ένα ισχυρό πόλο έλξης για όλο και περισσότερους ανθρώπους από όλο τον κόσμο, ενώ αρκετοί αποφασίζουν να εγκατασταθούν εκεί. Αυτή η κινητικότητα δημιουργεί μια κοσμοπολίτικη κουλτούρα και η δυναμική που προκύπτει ταιριάζει τέλεια με την πρόθεση πίσω από τις επιμέρους ιστορίες: να μιλήσει κάποιος για το κοινό παρελθόν στον παρόντα χρόνο. Ο Karabey πρότεινε στον Μάρκαρη την επιμέλεια του σεναρίου, ενώ το µοντάζ ανέλαβε η Mary Stephen (γνωστή από τις συνεργασίες της µε τον Eric Rohmer). Η αναζήτηση για τους σκηνοθέτες που θα έδιναν  πνοή στο project κατέληξε σε μια σειρά από πολύ υποσχόμενα ονόματα. Έτσι, στις επτά καρέκλες σκηνοθέτη βρέθηκαν οι Stefan Arsenijevic (Σερβία), Omar Shargawi (Δανία / Παλαιστίνη), Aida Begic (Βοσνία), Hany Abbu-Assad (Παλαιστίνη), Eric Nazarian (Αρμενία/ Η.Π.Α.) και οι  δικοί  µας  Στέργιος  Νιζήρης και Ζοζεφίνα Μαρκαριάν. Όλοι οι σκηνοθέτες είχαν ζήσει για κάποιο διάστηµα στην Κωνσταντινούπολη ή είχαν κάποιου είδους σχέση µε την Πόλη.


Η συλλογική αυτή ταινία προέκυψε από ένα τριήμερο εργαστήρι , όπου συναντήθηκαν οι επτά σκηνοθέτες και είχαν την ευκαιρία να ανταλλάξουν ιδέες για το σενάριο , καθώς και να γνωριστούν με συντελεστές του τούρκικου κινηματογράφου. Με την πολύτιμη βοήθεια του διάσημου συγγραφέα Πέτρου Μάρκαρη, που ανέλαβε την επιμέλεια των σεναρίων, οι σκηνοθέτες εξέλιξαν τις ιδέες τους και  ήρθαν σε επαφή με ηθοποιούς, σκηνογράφους, μουσικούς  και διευθυντές φωτογραφίας  στα πλαίσια μιας πραγματικά διεθνούς συνεργασίας.  Ενδεικτικός καρπός αυτής της ενδιαφέρουσας διαδικασίας είναι το επεισόδιο που έγραψε και σκηνοθέτησε ο Παλαιστίνιος  Hany Abu-Assad (Χρυσή Σφαίρα Καλύτερης Ξένης Ταινίας και υποψηφιότητα Όσκαρ Ξενόγλωσση Ταινίας για το «Παράδεισος Τώρα»,  2005). Ο βραβευμένος σκηνοθέτης κατέθεσε την προσωπική εμπειρία  της  μητέρας και της θείας του. Η διάσημη Παλαιστίνια ηθοποιός Hiam Abbas, (Lemon Tree, The Syrian Bride) και η  Amer Hleher (Παράδεισος Τώρα, Amreeka) συμπρωταγωνιστούν σε αυτή τη συγκινητική ιστορία που διαδραματίζεται στο παλλόμενο σκηνικό της Κωνσταντινούπολης, υποδυόμενες τους εαυτόυς τους.


Μιλώντας για τη δική του σχέση µε την Πόλη, ο Νιζήρης («Είναι ο Θεός Μάγειρας;») αναφέρει: «Πρωτοπήγα στην Πόλη το 1995, καλεσµένος από τούρκους συµφοιτητές. Εχθρικά χρόνια τότε, πριν από τους σεισµούς του 1999. Συνέχισα να πηγαίνω, και πια οι µισοί µου φίλοι ζουν εκεί. Απ’ την αρχή δεν µε ενδιέφερε η –δική µας– κληρονοµιά, αλλά η αίσθηση θνητότητας και αναίρεσής της στα καθηµερινά πράγµατα, στον τρόπο ζωής τους. Όταν έχασα τη µητέρα µου πριν από τρία χρόνια εκεί πήγα να κρυφτώ, κι έγινε ο τόπος που την αποχαιρέτησα. Κι από τότε είναι τόπος προσωπικής χαρµολύπης. Αυτοί που συναντιούνται στην ιστορία µου είναι φτωχοί άνθρωποι, µε ένα σωρό προκαταλήψεις, που τις βάζουν στην άκρη προσωρινά. Δεν ξέρω αν µέσα απ’ το προσωπικό µπορούν να κάνουν την αναγκαία αναγωγή στο συλλογικό, να δουν πως οι πραγµατικοί εχθροί τους είναι οι κυρίαρχες τάξεις και οι κυβερνήσεις που τις υπηρετούν στις χώρες τους. Τον απλό κόσµο τον ενώνει μια αποσταγµένη συνύπαρξη αιώνων που κυλάει στο αίµα µας. Οι Τούρκοι έλκονται από τον ατοµικισµό µας κι εµείς από το αίσθηµα κοινότητας και αλληλοσεβασµού που συναντάµε εκεί».


Ο βραβευμένος Σέρβος σκηνοθέτης Arsenijevic (“Love and Other Crimes”)  που κατέθεσε μια ιστορία για ένα μεσήλικο ζευγάρι Σέρβων, μας λέει για τη σχέση του με την Κωνσταντινούπολη: «Δεν είχα ποτέ ως τότε επισκεφθεί την Κωνσταντινούπολη. Η εικόνα που είχα φτιάξει όλα αυτά τα χρόνια στο µυαλό µου της προσέδιδε µια οντότητα σχεδόν µεταφυσική. Ήταν µία µεγάλη και ευχάριστη περιπέτεια. Ξαφνικά βρίσκεσαι σε µία πόλη άγνωστη και προσπαθείς να κάνεις µια ταινία µε ανθρώπους που δεν γνωρίζεις και µάλιστα σε πολύ περιορισµένο χρονικό διάστηµα. Με µερικούς από αυτούς δεν µιλούσαµε καν µια κοινή γλώσσα. Το project µου έδωσε την ευκαιρία να δοκιµάσω κάποια πράγµατα που δύσκολα θα έκανα σε δική µου ταινία».


Η Βόσνια Aida Begic (Μεγάλο Βραβείο στην Εβδομάδα Κριτικών στο φεστιβάλ των Καννών το 2008 για «Το Χιόνι», Eιδική Mνεία στο τμήμα Ένα Κάποιο Βλέμμα του ίδιου φεστιβάλ το 2012 για το “Children of Sarajevo”) , σχολιάζει τη νευραλγική θέση της Πόλης: «H Kωνσταντινούπολη βρίσκεται κυριολεκτικά µεταξύ Ανατολής και Δύσης. Είναι δύο πόλοι που συνυπάρχουν. Μερικές φορές αρμονικά κι άλλες φορές όχι. Είναι σαν ένας γάµος. Σαν τη σχέση ενός άνδρα και μιας  γυναίκας. Αυτήν την εικόνα έχω στο µυαλό µου κάθε φορά που σκέφτοµαι την Πόλη κι έτσι γεννήθηκε και η ιδέα της ταινίας µου – “Otel(o)”. Οι συνθήκες της παραγωγής είναι διαφορετικές. Είσαι ένας από τους εφτά και πρέπει να συµβιβαστείς µε αυτό. Από την άλλη, είναι καταπληκτικό το να συναντάς ανθρώπους από άλλες χώρες να δηµιουργείς µαζί τους, να µοιράζεσαι ιδέες και απόψεις». Όσο για τη σχέση πάθους που έχει αναπτύξει με την Αξέχαστη Πόλη εξομολογείται: «Η Κωνσταντινούπολη είναι σαν ένα αγρίμι που σου ξεφεύγει συνεχώς μέσα από τα χέρια». Αν και της φάνηκε πολύ χαοτική αρχικά, τελικά ερωτεύτηκε την Πόλη.

 

Στο επεισόδιο του Eric Nazarian (διεθνείς διακρίσεις για το “The Blue Hour”), ο Αρµενάκ, ένας αρµένης µουσικός, επισκέπτεται την Πόλη, τον τόπο από τον οποίο εκριζώθηκαν οι πρόγονοί του σχεδόν πριν από έναν αιώνα, το 1915. «Εµείς αποκαλούµε την Κωνσταντινούπολη Bolis... από το ελληνικό Πόλις», αναφέρει ο Nazarian. Στο επεισόδιο γίνεται άµεση αναφορά στη γενοκτονία των Αρµενίων. «Η Κωνσταντινούπολη  αντιπροσωπεύει για εµάς, τους Αρµένιους της διασποράς, το σηµείο µηδέν της γενοκτονίας, εκεί όπου στις 24 Απριλίου του 1915 οι οθωµανικές αρχές συνέλαβαν 250 αρµένιους συγγραφείς και διανοούµενους, που στην πορεία βρήκαν τραγικό θάνατο». Και προσθέτει: «Σε ένα συλλογικό project είναι το κεντρικό θέµα που συνδέει τα επί µέρους κοµµάτια. Στην περίπτωσή µας είναι η ανάµνηση µιας πόλης και για µένα, ως κινηµατογραφιστή, η µνήµη είναι πολύ σηµαντικό θέµα. Να µην ξεχνάµε το παρελθόν, να το φέρνουµε στην επιφάνεια, να τρεφόµαστε και να µαθαίνουµε από αυτό».


O Παλαιστίνιος Omar Shargawi (Χρυσός Τίγρης στο φεστιβάλ του Ρότερνταμ για το “Go with peace Jamil”)θεωρεί ότι η Κωνσταντινούπολη είναι μια από τις πιο μεγαλειώδεις πόλεις στον κόσμο. «Δεν αισθάνομαι ότι έχω δεσμούς με άλλες μεγάλες πόλεις όπως η Ρώμη, το Παρίσι και η Νέα Υόρκη. Αλλά με την Κωνσταντινούπολη είναι διαφορετικά». Ο σκηνοθέτης μεγάλωσε στη Δανία και τα μαθήματα ιστορίας στο σχολείο του έμαθαν ότι οι Τούρκοι είναι εχθροί. «Όταν μεγάλωσα, αυτό άλλαξε και συνειδητοποίησα ότι ίσχυε το ακριβώς αντίθετο».


Η ταινία κλείνει µε ένα επεισόδιο διαφορετικής κινηµατογραφικής γραφής (ντοκιµαντέρ - δοκίµιο), το οποίο λειτουργεί ως επίλογος. Σε αυτό ο Πέτρος Μάρκαρης γυρίζει στο σπίτι του στα Ταταύλα για πρώτη φορά µετά από δεκαετίες. Εκεί τον περιµένει ο Ηuseyin Karabey, ως καλός οικοδεσπότης, µε τον οποίο συζητούν για το σπίτι, για την παλιά Πόλη – καθώς και για τη γνωριµία τους, η οποία αποτέλεσε το εφαλτήριο για την πραγµατοποίηση της ταινίας. Τη σκηνοθεσία έχει αναλάβει η κόρη του συγγραφέα, Ιωσηφίνα Μαρκαριάν: «Για µένα ο επίλογος ήταν µια ευκαιρία να ταξιδέψω στο παρελθόν της οικογένειάς µου, στα παιδικά χρόνια του πατέρα µου, στις ρίζες µου. Να βιώσω τα ακούσµατα, τις αφηγήσεις και να τα µετατρέψω σε εµπειρίες. Να περάσουν, δηλαδή, από το χώρο του µύθου σε αυτόν της πραγµατικότητας».


Η Ζοζεφίνα, που πλέον ζει και εργάζεται µόνιµα στην Κωνσταντινούπολη σχολιάζει την αλλαγή στο σκηνικό: «Πολλά έχουν αλλάξει από τότε που ο πατέρας µου ζούσε εδώ. Το σηµαντικότερο για µένα, η έλλειψη της πολυπολιτισµικότητας που είχε κάποτε. Η φυγή των µειονοτήτων, σε συνδυασµό µε τη ραγδαία αύξηση του πληθυσµού, στέρησε εν µέρει από την Πόλη τον πολύχρωµο χαρακτήρα που είχε».


Η ιδέα (Hüseyin Karabey)
Ζούμε σε μια εποχή που απαθανατίζει τα πάντα. Οργανώνουμε μεγάλες τελετές για να θυμίσουμε ο ένας στον άλλο το παρελθόν μας, τις περισσότερες φορές με θλίψη, μετάνοια και πόνο. Το να θυμόμαστε είναι σίγουρα σημαντικό και απαραίτητο, όμως τις περισσότερες φορές δεν είναι αρκετό. Είναι μια ενέργεια στιγμιαία και για αυτό εφήμερη. Θυμόμαστε ή αναβιώνουμε την πίκρα του παρελθόντος μας  και μετά επιστρέφουμε στις ζωές μας. Ο δύσκολο είναι να μην ξεχνάμε, να επιτρέπουμε στα λάθη του παρελθόντος να παραμείνουν αδιάλειπτα στη μνήνη μας. Αυτή είναι η ιδέα από την οποία πήγασε αυτό το project: το να αναδειχτεί ένα έργο συλλογικής μνήμης για την Κωνσταντινούπολη. Όχι μονο να θυμόμαστε αλλά και να μην ξεχνάμε.


Η συζήτηση περί συλλογικής μνήμης  θεωρώ ότι βρίσκεται στον πυρήνα του project. Αλλά χρειάστηκε και η κατάλληλη ατμόσφαιρα για να προκύψει. Θα σας το εξηγήσω διηγούμενος πως απογειώθηκε το project. Δύο χρόνια πριν, βρέθηκα στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης για την πρεμιέρα της ταινίας μου “ Είσαι ο Μάρλον μου και ο Μπράντο μου ”. Είχα προσκαλέσει δύο ανθρώπους που θαυμάζω: τον Θεόδωρο Αγγελόπουλο, του οποίου το έργο με συγκλονίζει και τον  σεναριογράφο που έχει συνεργαστεί μαζί του στις πιο διάσημες ταινίες του, τον Πέτρο Μάρκαρη (Η Αιωνιότητα και Μια Μέρα, Το Μετέωρο Βήμα του Πελαργού, Το Βλέμμα του Οδυσσέα), ο οποίος είναι και διάσημος συγγραφέας. Μετά την προβολή, κάναμε μια συζήτηση με τον Πέτρο και ανακαλύψαμε ότι έχουμε ζήσει και οι δύο στην Κωνσταντινούπολη για 40 χρόνια. Με ρώτησε που έμενα και του απάντησα ότι έμενα στην περιοχή Κουρτουλούς (Ταταύλα). Μου αποκρίθηκε ότι κι εκείνος έμενε εκεί και με ρώτησε σε ποιο δρόμο ακριβώς. «Στην κεντρική οδό, στο κτίριο Narin», του απάντησα. Τα μάτια του γέμισαν δάκρυα. Ζούσα στο ίδιο κτίριο όπου ο Πέτρος έμεινε για 40 χρόνια. Εγώ στον πέμπτο όροφο κι εκείνος στον τέταρτο. Θαύμαζα το έργο του, για την ακρίβεια έχω μεγαλώσει μαζί του, και ήταν πολύ οδυνηρό όταν ανακάλυψα ότι δεν ήξερα ότι ήμουν τόσο συνδεδεμένος μαζί του.


Ένας άλλος σκηνοθέτης που είναι και φίλος μου, ο Mani Maserrat-Agah, διέφυγε από το Ιράν μετά την αλλαγή του καθεστώτος με τη βοήθεια της οικογένειας του. Η πρώτη του στάση ήταν η Κωνσταντινούπολη. Ήταν 13 ετών και ολομόναχος, και χρειάστηκε να περιμένει 2 μήνες στην Κωνσταντινούπολη για να εκδοθεί η βίζα του και να φύγει στη Σουηδία. Μου είπε ότι οι πιο καθαρές αναμνήσεις της παιδικής του ηλικίας αφορούσαν στην Κωνσταντινούπολη.  Άκουσα την ιστορία κι ενός άλλου σκηνοθέτη και φίλου που είχε ακούσει για έναν Ισραληνό και μια Παλαιστίνια που έπρεπε να ζήσουν τον έρωτα τους στην Κωνσταντινούπολη, γιατί ήταν αδύνατο να το κάνουν σε κάποια από τις πατρίδες τους.


Η Κωνσταντινούπολη είναι ένα πραγματικό σταυροδρόμι, μια αληθινά κοσμοπολίτικη πόλη. Πιστεύω ότι θα ξανασυναντηθούμε επιτέλους με τη συλλογική μας μνήμη χάρη στην Κωνσταντινούπολη. Θεωρώ ότι αυτό το project θα συνεισφέρει πολλά σε αυτή τη διαδικασία. Σε ό,τι με αφορά, με τη βοήθεια αυτού το έργου που σχετίζεται με την κοινή μνήμη, η ολοκλήρωση θα επιτευχθεί.

 

Credits:
Σκηνοθεσία (αλφαβητικά): Hany Abu-Assad, Stefan Arsenijevic, Aida Begic, Ζοζεφίνα Μαρκαριάν, Eric Nazarian, Στέργιος Νιζήρης, Omar Shargawi
Σενάριο υπό την εποπτεία του Πέτρου Μάρκαρη: Hany Abu-Assad, Stefan Arsenijevic, Aida Begic, Gul Dirican, Nazli Elif Durlu, Ζοζεφίνα Μαρκαριάν, Eric Nazarian, Στέργιος Νιζήρης, Omar Shargawi


Παίζουν: Mira Furlan, Γιώργος Συμεωνίδης, Ali Suliman, Alma Terzic, Hiam Abbas, Jacky Nercessian


Mοντάζ: Mary Stephen
Μία συμπαραγωγή των ΑΡΓΟΝΑΥΤΕΣ Α.Ε. (Ελλάδα) και της UNUTMA BENI ISTANBUL FILM YAPIM PRODÜKSIYON Ltd (Τουρκία), με την υποστήριξη του Istanbul 2010 European Capital of Culture


Συμπαραγωγοί: Πάνος Παπαχατζής, Μαρία Τσίγκα
Executive Producer: Lucinda Englehart
Παραγωγοί: Huseyin Karabey, Sevil Demirci , Emre Yeksan 
Καλλιτεχνικός Διευθυντής : Huseyin Karabey