Με κοινό σημείο αναφοράς τον ευρωπαϊκό Ρομαντισμό, τέσσερις Ούγγροι μουσικοί και ένας Έλληνας σολίστ, –όλοι τους

καλλιτέχνες παγκοσμίου βεληνεκούς– συναντώνται τον Φεβρουάριο στο Μέγαρο στο πλαίσιο της Ετήσιας Σειράς Μεγάλοι Ερμηνευτές. Πρόκειται για τον βιρτουόζο πιανίστα Δημήτρη Σγούρο και το διάσημο Κουαρτέτο Εγχόρδων Κοντάυ, το οποίο θα εμφανιστεί στη θέση του αρμενικού Κουαρτέτου Κόμιτας που είχε αρχικά ανακοινωθεί. Η συναυλία θα πραγματοποιηθεί στην Αίθουσα Χρήστος Λαμπράκης, την Πέμπτη 2 Φεβρουαρίου (ώρα: 08.30 μ.μ.). Το κοινό θα έχει την ευκαιρία να απολαύσει το Κουαρτέτο εγχόρδων αρ. 3 του Πιοτρ Ίλιτς Τσαϊκόφσκυ και το Κουιντέτο για πιάνο σε μι ύφεση μείζονα του Ρόμπερτ Σούμαν.

Κουαρτέτο Εγχόρδων Ζόλταν Κοντάυ

Το 1966, τέσσερις σπουδαστές της Ακαδημίας Φραντς Λιστ της Βουδαπέστης, συνεχίζοντας τη μακρά ουγγρική παράδοση στα σχήματα μουσικής δωματίου, δημιούργησαν το Κουαρτέτο  Εγχόρδων Σεμπάστυεν. Δύο χρόνια αργότερα, οι μουσικοί του απέσπασαν το πρώτο βραβείο στον διεθνή Διαγωνισμό Κουαρτέτων Λέο Βάινερ. Το 1971, το Κουαρτέτο Σεμπάστυεν μετονομάστηκε σε Κουαρτέτο Εγχόρδων Κοντάυ, προς τιμήν του επιφανούς Ούγγρου συνθέτη, εθνομουσικολόγου, παιδαγωγού και φιλοσόφου Ζόλταν Κοντάυ (1882-1967).

Άλλωστε, δύο από τους βασικούς στόχους του φημισμένου ουγγρικού σχήματος μουσικής δωματίου είναι η ερμηνεία των έργων του μεγάλου Ούγγρου μουσουργού στην αυθεντική τους μορφή και η τήρηση των μουσικοπαιδαγωγικών αρχών του. Εκτός των συνθέσεων του Κοντάυ, το Κουαρτέτο έχει επίσης συμπεριλάβει στο ρεπερτόριό του σημαντικούς Ούγγρους δημιουργούς (Μπάρτοκ, Ντόχνανυι, Κούρταγκ, Λίγκετι), αντιπροσωπευτικά έργα της κλασικής εργογραφίας, καθώς και έργα συγχρόνων συνθετών, ορισμένα από τα οποία έχει ερμηνεύσει σε πρώτη εκτέλεση.

Το Κουαρτέτο Εγχόρδων Ζόλταν Κοντάυ αποτελείται από τους: Αττίλα Φάλβαϋ (1o βιολί), Έρικα Τοτ (δεύτερο βιολί), Γιάνος Φέγιερβαρυ (βιόλα) και Γκιέργκυ Έντερ (βιολοντσέλο). Τα μέλη του Κουαρτέτου έχουν θητεύσει δίπλα σε διακεκριμένους σολίστ, μεταξύ των οποίων ο φημισμένος πρώτος βιολονίστας του Ουγγρικού Κουαρτέτου Εγχόρδων, Ζόλταν Σεκέυ, που επηρέασε σημαντικά την πορεία και τον ήχο τους.

Το Κουαρτέτο Εγχόρδων Κοντάυ εμφανίζεται συχνά στο εξωτερικό. Έχει ταξιδέψει στη Βόρειο, Κεντρική και Νότιο Αμερική, σε όλες σχεδόν τις ευρωπαϊκές χώρες, την Μέση και την Άπω Ανατολή, καθώς και στην Ωκεανία. Έχει λάβει μέρος σε πλήθος διεθνών πολιτιστικών διοργανώσεων: μεταξύ άλλων, στα Φεστιβάλ Μusica Mundi του Βελγίου, Μπρούκνερ της Αυστρίας, Ζωρζ Ενέσκου της Ρουμανίας, καθώς και στα Φεστιβάλ του Μπαθ, της Πράγας, του Άλντμπορο, αλλά και στο Φεστιβάλ Αθηνών. Έχει συμπράξει με λαμπρούς μουσικούς της εποχής μας: τους πιανίστες Μισέλ Μπερόφ, Τζέρεμι Μενουχίν, Ζόλταν Κότσιτς και τον «δικό μας» Δημήτρη Σγούρο, τον κλαρινετίστα, σαξοφωνίστα και μπαντοντεονίστα Μισέλ Πορτάλ, αλλά και πολλούς άλλους.

Οι δισκογραφικές καταθέσεις του Κουαρτέτου Κοντάυ ξεπερνούν τους 60 δίσκους ακτίνας και περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων τους πλήρεις κύκλους κουαρτέτων εγχόρδων των Χάυντν, Μπετόβεν και Σούμπερτ. Μάλιστα, το 1994, η ηχογράφησή των Κοντάυ με έργα Χάυντν τιμήθηκε από τον βρετανικό μουσικό Τύπο (CD Classic) με το πρώτο βραβείο στην κατηγορία της μουσικής δωματίου, ενώ το 2007 το cd τους με οκτέτα των Μέντελσον και Μπρουχ είχε προταθεί από το BBC ως μία από τις καλύτερες ηχογραφήσεις της χρονιάς. Το 1990, η ουγγρική κυβέρνηση, αναγνωρίζοντας την καλλιτεχνική προσφορά του Κουαρτέτου Εγχόρδων Κοντάυ στην διεθνή πολιτιστική ζωή, του απένειμε ειδικό βραβείο. Έξι χρόνια αργότερα, του δόθηκε επίσης το βραβείο Bartοk-Pasztory.

Δημήτρης Σγούρος

Αποτελεί αδιαμφισβήτητα έναν από τους σπουδαιότερους πρεσβευτές της Ελλάδας στις συμφωνικές αίθουσες του εξωτερικού, το πρωτοφανές ταλέντο του οποίου έχουν αναγνωρίσει στο παρελθόν θρυλικές μορφές της μουσικής 20ού αιώνα, όπως ο αλησμόνητος πιανίστας Σβιατοσλάβ Ρίχτερ, ο τσελίστας και αρχιμουσικός Μστισλάβ Ροστροπόβιτς και ο μαέστρος Κλάουντιο Αμπάντο. Το «φαινόμενο Δημήτρης Σγούρος», όμως, είχε ενθουσιάσει και μια από τις τιτάνιες φυσιογνωμίες του πιάνου, τον Αρθούρο Ρουμπινστάιν, ο οποίος είχε εκφραστεί με ενθουσιώδη λόγια για τον τότε 13χρονο καλλιτέχνη: «Είναι ο καλύτερος πιανίστας που άκουσα ποτέ μου, συμπεριλαμβανομένου και του εαυτού μου!».
 Έχουν περάσει περισσότερα από 30 χρόνια από το πρώτο ρεσιτάλ αυτού του ιδιοφυούς επτάχρονου αγοριού στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά με την τόσο ραγδαία καλλιτεχνική ανέλιξη.

Ο Δημήτρης Σγούρος, πριν καν αποφοιτήσει από το Ωδείο Αθηνών –σε ηλικία μόλις 12 ετών σαρώνοντας όλες τις διακρίσεις και τα βραβεία– είχε ήδη αρχίσει διεθνή καριέρα. Άρχισε να συμμετέχει σε διεθνείς δισκογραφικές παραγωγές από τα 13 του. Στα 15 του είχε ολοκληρώσει τις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο του Μαίρυλαντ και στην Βασιλική Ακαδημία Μουσικής του Λονδίνου, είχε αποσπάσει βραβεία σε τέσσερις διαγωνισμούς πιάνου και είχε προσκληθεί να λάβει μέρος σε συναυλίες και ηχογραφήσεις με μυθικούς μαέστρους όπως ο Χέρμπερτ φον Κάραγιαν. Έχει γνωρίσει την επιτυχία τόσο μέσα από ζωντανές εμφανίσεις σε μεγάλες αίθουσες σε όλο τον κόσμο, όσο και μέσα από ηχογραφήσεις και ραδιοτηλεοπτικές μεταδόσεις, συνεργαζόμενος με μεγάλους ερμηνευτές και συνοδευόμενος από κορυφαίες ορχήστρες υπό τη διεύθυνση φημισμένων αρχιμουσικών.

Ο Δημήτρης Σγούρος, από πολύ νεαρή ηλικία, παράλληλα με τις ατομικές εμφανίσεις του, δίνει τακτικά συναυλίες μουσικής δωματίου συμπράττοντας με διακεκριμένους Έλληνες και ξένους σολίστ και σύνολα. Έχει εμφανιστεί με βιολονίστες όπως ο Έρικ Φρίντμαν, ο Σλόμο Μιντς, ο Λεωνίδας Καβάκος και ο Γιώργος Δεμερτζής, με τσελίστες όπως ο Μίσα Μάισκυ και ο Γιάννης Τσιτσελίκης, καθώς και με τα Κουαρτέτα της Βιέννης και του Σάλτσμπουργκ, το ουγγρικό Κουαρτέτο Εγχόρδων Κοντάυ, το ρωσικό Κουαρτέτο Μποροντίν, κ.ά.

Ο διεθνούς φήμης πιανίστας είναι επίσης περιζήτητος δάσκαλος. Έχει δώσει σεμινάρια και διαλέξεις σε γνωστά Πανεπιστήμια της ημεδαπής και της αλλοδαπής, ενώ το όνομά του φέρουν αξιόλογα διεθνή φεστιβάλ (Λουμπλιάνα, Αμβούργο, Σιγκαπούρη). Για την καλλιτεχνική του προσφορά έχει τιμηθεί με σημαντικά βραβεία, όπως αυτό της Ακαδημίας Αθηνών, το βραβείο «Λεονάρντο Ντα Βίντσι» κ.ά.

Τα έργα


Η ρωσική μουσική έφτασε στο απόγειό της κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, όταν μια σειρά από συνθέτες άρχισαν να γράφουν πραγματικά αριστουργήματα παντρεύοντας τα παραδοσιακά λαϊκά ακούσματα με την κουλτούρα της δυτικότροπης μουσικής. Ένας από τους σπουδαιότερους μουσουργούς εκείνης της περιόδου υπήρξε ο Πιοτρ Ίλιτς Τσαϊκόφσκυ (1840-1893), που το ευρύτερο κοινό γνωρίζει περισσότερο από τα μπαλέτα του «Η λίμνη των κύκνων» και «Καρυοθραύστης». Γεννήθηκε στην επαρχιακή πόλη Βτοκίνσκ, όπου πήρε τα πρώτα μαθήματα πιάνου. Συνέχισε τις σπουδές του στο Ωδείο της Αγίας Πετρούπολης από το οποίο αποφοίτησε με αργυρό μετάλλιο το 1865. Οι γονείς του τον προόριζαν για δημόσιο υπάλληλο, αλλά εκείνος προτίμησε να σταδιοδρομήσει ως συνθέτης. Ήταν πολύγλωσσος και κοσμοπολίτης (ταξίδεψε μέχρι και τις Ηνωμένες Πολιτείες για τα εγκαίνια του Κάρνεγκι Χολ το 1891). Κατά τη διάρκεια της ζωής του γνώρισε πολλές τιμές, αλλά και δριμείες επιθέσεις. Λόγω του βαθιά κλονισμένου ψυχισμού του, πιθανολογείται ότι ο θάνατός του στην Αγία Πετρούπολη ήταν αυτοκτονία.

Το Κουαρτέτο εγχόρδων αρ. 3 σε μι ύφεση ελάσσονα, έργο 30 (1876) είναι αφιερωμένο στη μνήμη του Τσέχου συνθέτη και βιολονίστα Φέρντιναντ Λάουμπ, σύμφωνα με τη χειρόγραφη ένδειξη του Τσαϊκόφσκυ πάνω στην παρτιτούρα. Ερμηνεύθηκε για πρώτη φορά ιδιωτικά στο διαμέρισμα του Νικολάι Ρουμπινστάιν, στις 2 Μαρτίου 1876. Η πρώτη δημόσια εκτέλεση του έργου έγινε περί τα τέλη του ίδιου μήνα, αλλά ο Τσαϊκόφσκυ δεν έμεινε απολύτως ικανοποιημένος από τη σύνθεσή του. Ευτυχώς, όμως, όταν κάποιοι φίλοι του τον προσκάλεσαν στην οικία τους και του έκαναν έκπληξη καλώντας τέσσερις μουσικούς να ξαναπαίξουν ενώπιόν του το Κουαρτέτο εγχόρδων αρ. 3, ο Τσαϊκόφσκυ αναθεώρησε την αρχική του άποψη: «Στην αρχή, δεν μου πολυάρεσε το φινάλε, αλλά τώρα βλέπω ότι είναι αρκετά καλό». Το Τρίτο Κουαρτέτο αποτελείται από τέσσερα μέρη και έχει διάρκεια 37 λεπτά.

Ο Ρόμπερτ Σούμαν (1810-1856), προγενέστερος κατά 30 χρόνια του Τσαϊκόφσκυ, είναι ένας από τους βασικότερους εκφραστές του γερμανικού Ρομαντισμού τόσο λόγω των βιωμάτων του όσο και των εξωμουσικών ιδεών του. Η μητέρα του ήθελε ο Σούμαν να ακολουθήσει σταδιοδρομία νομικού, αλλά τελικά τον κέρδισε η μουσική. Άρχισε να παίρνει μαθήματα από τον Φρήντριχ Βικ, του οποίου η κόρη, Κλάρα, θεωρούνταν παιδί-θαύμα και ήταν ήδη φημισμένη πιανίστα. Τα δύο παιδιά συνδέθηκαν με μεγάλη αγάπη και αργότερα με σφοδρό έρωτα. Παντρεύτηκαν το 1840, παρά τις έντονες αντιρρήσεις του πατέρα της Κλάρα, και απέκτησαν οκτώ παιδιά. Ο Σούμαν, πάντως, δεν κατάφερε να κάνει καριέρα ως πιανίστας λόγω αγκύλωσης που υπέστη στο χέρι, με αποτέλεσμα να κλονιστούν ανεπανόρθωτα η σωματική και ψυχική του υγεία και να υφίσταται συχνά κρίσεις βαθιάς μελαγχολίας. Αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει πέφτοντας στον Ρήνο και πέθανε σε άσυλο του Έντενιχ, κοντά στη Βόννη. Ωστόσο, σε πολύ νεανική ηλικία, είχε προλάβει να γράψει μερικά από τα αριστουργήματά του. Σύμφωνα με πολλούς μελετητές, ο Ρόμπερτ Σούμαν εκτιμήθηκε πολύ στην εποχή του αλλά δεν γνώρισε ποτέ τη μεγάλη επιτυχία.

Γραμμένο το 1842, το Κουιντέτο για πιάνο σε μι ύφεση μείζονα, έργο 44 παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στο περίφημο Γκεβάντχαους της Λειψίας με την Κλάρα Βικ στο πιάνο (τη σολίστ και συνθέτη, σύζυγο του Σούμαν), η οποία στη συνέχεια το συμπεριέλαβε στο ρεπερτόριό της και το ερμήνευε συχνά. Πάντως, τον ενθουσιασμό της δε συμμερίστηκαν ποτέ ούτε ο ίδιος ο Σούμαν, που πίστευε ότι τα πιανιστικά μέρη του κουιντέτου έπρεπε να ερμηνεύονται από άνδρα πιανίστα και όχι από γυναίκα, ούτε και ο Λιστ που αποκήρυξε το έργο ως υπερσυντηρητικά «γερμανίζον». Η πρωτοτυπία της συγκεκριμένης τετραμερούς σύνθεσης έγκειται στο ότι ο Σούμαν, ο οποίος μέχρι το 1842 είχε γράψει μόνο ένα έργο μουσικής δωματίου, υπήρξε ένας από τους πρώτους μουσουργούς που συνδύασαν το πιάνο με το κουαρτέτο εγχόρδων. Έτσι, ανέδειξε στο έπακρο τις εκφραστικές δυνατότητες και των πέντε οργάνων και καθιέρωσε το κουιντέτο για πιάνο ως μία από τις πλέον χαρακτηριστικές μορφές μουσικής δωματίου, βρίσκοντας αργότερα πολλούς μιμητές, όπως τον Μπραμς, τον Ντβόρζακ, τον Φρανκ, τον Έλγκαρ και τον Σοστακόβιτς.