Πέμπτη, 8 Δεκεμβρίου 2016

Σπυριδούλα Ζάχου και Βασίλης Αβδελάς: ζωγραφική και μουσική στη gallery Tettix

Σπυριδούλα Ζάχου και Βασίλης Αβδελάς: ζωγραφική και μουσική στη gallery Tettix
Η Σπυριδούλα Ζάχου δημιουργεί πίνακες εμπνεόμενη από τον ήχο και ο Βασίλης Αβδελάς ηλεκτρονική μουσική εμπνεόμενος από την

εικόνα για να συνθέσουν μια μελαγχολική, ονειρική αίσθηση της πραγματικότητας σε μια καλλιτεχνική κίνηση που συνδυάζει και τα δύο αυτά μέσα. Ο τίτλος \'\'The beneficial influence of non reality\" (Η ευεργετική επιδράση της μη πραγματικότητας) προδιαθέτει άλλωστε τον θεατή-ακροατή για ένα ταξίδι σε τοπία ονειρικά όσο και φανταστικά όπου η ταραγμένη συνείδηση καταφεύγει ενίοτε για να «γιατρέψει» τον εαυτό της.

 

Η εσωτερική, πολύ συχνά σκοτεινή αλλά και με δόσεις ευαισθησίας διάθεση των πινάκων συνδυάζεται με την υποβλητικότητα και τις μελωδικές στιγμές της ηλεκτρονικής μουσικής ώστε το ένα μέσο να συμπορεύεται πολύ στενά με το άλλο στα μελαγχολικά ταξίδια ενδοσκόπησης που ονειρεύονται οι καλλιτέχνες .

 


Δεν είναι τυχαίο στο αρμονικό δέσιμο εικόνας και ήχου ότι δούλεψαν τα έργα τους ταυτόχρονα σε στενή συνεργασία και αλληλεπίδραση.

 

Στους πίνακες της Σπυριδούλας Ζάχου αποτυπώνονται γυναίκες ή κορίτσια με κύριο χαρακτηριστικό τους την αγωνία -αν και συχνά τα χαρακτηριστικά του προσώπου παραλείπονται χάριν μιας αφαιρετικότητας (στις πυκνοκατοικημένες μητροπόλεις είμαστε όλοι ίδιοι)- που ψάχνουν τον αυτοπροσδιορισμό τους σε τοπία αστικά ή ονειρικά, συνήθως όμως ουδέτερα, πλαισιωμένα φειδωλά από χρώματα, κυρίως κόκκινο ή τις αποχρώσεις του. Οι πινελιές δίνουν λιτά τα περιγράμματα των μορφών μα επιλέγουν να είναι γενναιόδωρες σε ορισμένες υφές, σαν μια διέξοδο σωτηρίας για την ψυχική ενέργεια που συσσωρεύτηκε σε κάθε πίνακα.

 

Η μουσική του Βασίλη Αβδελά απ\' την άλλη κινείται αδιαμφισβήτητα σε μιαν ονειρική ατμόσφαιρα, με σταθερή εξέλιξη και πορεία χωρίς εξάρσεις, καθώς η μια ενότητα διαδέχεται ομαλά (και προκύπτει μέσα από) την άλλη. Η μελαγχολία και η τρυφερότητα είναι εμφανέστατα χαρακτηριστικά της μουσικής του τόσο στα αρχικά σκοτεινότερα μέρη όσο και κατόπιν στα μελωδικότερα και ρυθμικότερα. 

 

Ο μουσικός επιλέγει μέσα από τη διακριτική του στάση να καθοδηγεί σταθερά τον θεατή/ακροατή στο αισθητικό του ταξίδι χωρίς να επιδιώκει στιγμή να ραγίσει το συνεργατικό οπτικοακουστικό πλέγμα που έχτισε με τη ζωγράφο, γνωρίζοντας πως η επιτυχία της συνεργασίας στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι ό,τι ουσιαστικότερο.

 χ.ζ.